HomeΑρθρογραφίαΥγείαΨυχολογία-ΨυχανάλυσηΗ μάγισσα που έκλεβε τις σκιές

Η μάγισσα που έκλεβε τις σκιές

Η μάγισσα που έκλεβε τις σκιές

 

Δεύτερη ιστορία —Βάθεια, Μάνη

Γράφει η Σουζάνα Παπαφάγου , Κλινική – Αναπτυξιακή Ψυχολόγος, Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια.

 

Ένα κορίτσι που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Μια γυναίκα που καταδικάστηκε επειδή αρνήθηκε να σωπάσει. Και μια μαύρη γάτα που, στην έβδομη ζωή της, επιστρέφει για να αποκαλύψει μια ιστορία θαμμένη σχεδόν δύο αιώνες.

Στη Μάνη λένε πως οι πέτρες θυμούνται.

Θυμούνται τους όρκους, τους σκοτωμούς, τα μυστικά που θάφτηκαν μαζί με τους νεκρούς. Θυμούνται ακόμη και τις κουβέντες που ειπώθηκαν πίσω από κλειστές πόρτες, όταν κανείς δεν περίμενε πως θα υπήρχε κάποτε κάποιος να τις επαναλάβει.

Στη Βάθεια, ανάμεσα στους πέτρινους πύργους που υψώνονται πάνω από την άγρια γη, υπάρχει ένας παλιός θρύλος.

Λένε πως κάποτε ζούσε εκεί μια γυναίκα που μπορούσε να κλέβει τις σκιές των ανθρώπων.

Οι περισσότεροι τη φοβούνταν, γιατί οι σκιές δεν έδειχναν πάντοτε όσα έκαναν τα σώματα. Μερικές φορές αποκάλυπταν όσα οι άνθρωποι προσπαθούσαν να κρύψουν.

Τη γυναίκα την έλεγαν Καλλιόπη.

Και η τελευταία σκιά που έκλεψε πριν πεθάνει ανήκε σε έναν δολοφόνο.

Η γυναίκα που δεν είχε σκιά

Η Νεφέλη έφτασε στη Βάθεια ένα απόγευμα του Νοεμβρίου.

Ήταν σαράντα δύο χρονών, αρχιτέκτονας, και είχε περάσει τους τελευταίους οκτώ μήνες προσπαθώντας να βγει από έναν γάμο δεκαέξι χρόνων.

Είχε νοικιάσει ένα μικρό πέτρινο σπίτι για δέκα ημέρες. Στη βαλίτσα της υπήρχαν δύο πουλόβερ, τρία βιβλία, ένα σημειωματάριο και μια παλιά φωτογραφία.

Στη φωτογραφία ήταν είκοσι έξι χρονών και γελούσε δυνατά.

Ο άντρας της την είχε σκίσει κάποτε στη μέση.

«Είσαι γελοία όταν γελάς έτσι», της είχε πει.

Η Νεφέλη είχε ενώσει τα δύο κομμάτια με διάφανη ταινία. Από τότε είχε αρχίσει να συγκρατεί το γέλιο της.

Δεν θυμόταν πότε ακριβώς άρχισε να αλλάζει. Θυμόταν όμως τις μικρές υποχωρήσεις. Την πρώτη φορά που εκείνος σχολίασε το φόρεμά της. Τη μέρα που της είπε πως οι φίλες της την επηρέαζαν αρνητικά. Τις φορές που αρνιόταν πως είχε πει κάτι που εκείνη θυμόταν καθαρά.

«Τα φαντάζεσαι».

«Είσαι υπερβολική».

«Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα».

Στην αρχή διαφωνούσε. Ύστερα προσπαθούσε να αποδείξει. Στο τέλος ζητούσε συγγνώμη.

Κάποια στιγμή άρχισε να κρατά σημειώσεις για να βεβαιώνεται πως η μνήμη της λειτουργούσε.

Ένα πρωί κατάλαβε πως δεν φοβόταν πια τόσο τον θυμό του άντρα της όσο την ίδια της την κρίση.

Έφυγε εκείνη την ημέρα.

Στη Μάνη είχε έρθει για να θυμηθεί ποια ήταν πριν αρχίσει να αμφιβάλλει για τον εαυτό της.

Το πρώτο βράδυ ξύπνησε από έναν θόρυβο στην πόρτα.

Κάτι έξυνε το ξύλο.

Όταν άνοιξε, αντίκρισε μια μαύρη γάτα με ένα μικρό λευκό σημάδι στον λαιμό, σαν μισοφέγγαρο.

«Εσύ από πού ήρθες;»

Η γάτα πέρασε ανάμεσα στα πόδια της και κατευθύνθηκε προς τον καθρέφτη.

Κάθισε μπροστά του.

Η Νεφέλη πλησίασε. Είδε το πρόσωπό της, τα ανακατεμένα μαλλιά της, το παλιό πουλόβερ που φορούσε.

Ύστερα παρατήρησε κάτι παράξενο.

Η γάτα έριχνε σκιά στον τοίχο. Η καρέκλα επίσης.

Η ίδια όχι.

Άναψε δεύτερο φως. Περπάτησε μπροστά από το παράθυρο. Στάθηκε κάτω από τη λάμπα.

Τίποτα.

Η γάτα την παρακολουθούσε.

Και τότε ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.

«Δεν σου την πήραν ολόκληρη. Την άφηνες λίγο λίγο πίσω σου».

Η Νεφέλη γύρισε απότομα.

Δεν υπήρχε κανείς.

Η γάτα είχε ήδη βγει από την πόρτα.

 

Το επόμενο πρωί η Νεφέλη την ακολούθησε.

Περπάτησαν ανάμεσα στους παλιούς πύργους, σε στενά περάσματα όπου ο αέρας σφύριζε ανάμεσα στις πέτρες. Η γάτα σταμάτησε μπροστά σε έναν εγκαταλειμμένο πύργο.

Η ξύλινη πόρτα ήταν μισάνοιχτη.

Η Νεφέλη μπήκε.

Στο εσωτερικό μύριζε υγρασία και καμένο ξύλο. Ανέβηκε τη στενή πέτρινη σκάλα και έφτασε στον τελευταίο όροφο.

Το δωμάτιο ήταν σχεδόν άδειο.

Οι τοίχοι του, όμως, ήταν γεμάτοι σκιές.

Μια γυναίκα κρατούσε ένα βρέφος. Μια άλλη είχε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό της. Ένα μικρό κορίτσι έμοιαζε να τρέχει.

Οι σκιές κινούνταν αργά πάνω στην πέτρα, παρόλο που το δωμάτιο ήταν σχεδόν σκοτεινό.

Στο κέντρο καθόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με μακριά λευκά μαλλιά. Έραβε ένα μαύρο ύφασμα με κόκκινη κλωστή.

«Σε περίμενα, Δάφνη».

Η Νεφέλη σταμάτησε.

«Με λένε Νεφέλη».

Η ηλικιωμένη σήκωσε το βλέμμα.

«Σε αυτή τη ζωή».

Η μάγισσα που έβλεπε την αλήθεια

Την έλεγαν Καλλιόπη.

Είχε ζήσει στη Μάνη στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα και από μικρή είχε ένα παράξενο χάρισμα: μπορούσε να βλέπει στις σκιές των ανθρώπων όσα εκείνοι προσπαθούσαν να κρύψουν.

Όταν κάποιος έλεγε ψέματα, η σκιά του άλλαζε μορφή. Όταν έκρυβε μια πράξη που τον βασάνιζε, η σκιά του αποκάλυπτε εικόνες από εκείνη τη στιγμή.

Στην αρχή οι άνθρωποι γελούσαν με τις ιστορίες της. Αργότερα άρχισαν να την αποφεύγουν. Κανείς δεν ήθελε να στέκεται μπροστά της όταν έπεφτε ο ήλιος.

Ώσπου εξαφανίστηκε ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι από το χωριό.

Την έλεγαν Ανθή.

Ο αδελφός του άντρα της Καλλιόπης ήταν σχεδόν σαράντα χρονών όταν άρχισε να επισκέπτεται κρυφά την Ανθή.

Ο πατέρας της τον εμπιστευόταν. Είχαν εμπορικές συναλλαγές και σχεδίαζαν να ενώσουν τις περιουσίες τους.

Η Ανθή τον φοβόταν.

Εκείνος το γνώριζε.

Για μήνες την κακοποιούσε σεξουαλικά, απειλώντας πως, αν μιλούσε, κανείς δεν θα την πίστευε.

Όταν η Ανθή κατάλαβε πως ήταν έγκυος, το είπε στη μητέρα της.

Η γυναίκα έμεινε ακίνητη. Ύστερα της ζήτησε να μην το αναφέρει σε κανέναν.

Την επόμενη ημέρα ο πατέρας της ανακοίνωσε πως θα την πάντρευαν με τον άντρα που την είχε βιάσει.

«Έτσι θα σωθεί η τιμή σου», της είπε.

Η Ανθή τον κοίταξε.

«Ποια τιμή, πατέρα; Τη δική μου ή τη δική του;»

Ο πατέρας της τη χαστούκισε.

Η μητέρα της δεν μίλησε.

Εκείνο το βράδυ η Ανθή πήγε στην Καλλιόπη και της είπε τα πάντα.

Για πρώτη φορά κάποιος την άκουσε χωρίς να την κατηγορήσει.

Η Καλλιόπη την κράτησε στην αγκαλιά της μέχρι να σταματήσει να τρέμει.

«Δεν θα τον παντρευτείς», της είπε. «Και δεν θα επιστρέψεις σε εκείνο το σπίτι απόψε».

Όμως ο άντρας της Καλλιόπης άκουσε τη συζήτηση.

Πριν ξημερώσει, είχε ειδοποιήσει τον αδελφό του.

Την επόμενη ημέρα η Ανθή εξαφανίστηκε.

Ο πατέρας της είπε στο χωριό πως είχε φύγει με έναν ναυτικό. Η μητέρα της επιβεβαίωσε την ιστορία.

Οι άνθρωποι, ύστερα από λίγες εβδομάδες, έπαψαν να ρωτούν.

Μόνο η Καλλιόπη δεν τους πίστεψε.

Λίγες νύχτες αργότερα, ο κουνιάδος της πέρασε μπροστά από το αναμμένο τζάκι.

Η σκιά του απλώθηκε στον τοίχο.

Η Καλλιόπη είδε την Ανθή να προσπαθεί να ξεφύγει. Τον άντρα να της κλείνει τον δρόμο. Τον πατέρα της να στέκεται στην πόρτα.

Άκουσε τη φωνή του κοριτσιού.

«Θα το πω σε όλους».

Ύστερα η σκιά σκοτείνιασε.

Η Ανθή δεν είχε φύγει με κανέναν ναυτικό.

Ο άντρας που την είχε βιάσει τη σκότωσε για να μη μαθευτούν η κακοποίηση και η εγκυμοσύνη της.

Ο πατέρας της γνώριζε. Είχε επιλέξει να προστατεύσει τη συμφωνία των οικογενειών και τον άντρα που θεωρούσε μελλοντικό γαμπρό του.

Η μητέρα της έμαθε την αλήθεια αργότερα. Δεν είχε συμμετάσχει στον φόνο, αλλά φοβήθηκε πως, αν μιλούσε, ο σύζυγός της θα έκανε κακό και στα υπόλοιπα παιδιά τους.

Η Καλλιόπη αποφάσισε να αποκαλύψει όσα γνώριζε.

Ο σύζυγός της την προειδοποίησε.

«Θα καταστρέψεις τον αδελφό μου».

«Ο αδελφός σου σκότωσε ένα παιδί».

«Δεν έχεις αποδείξεις».

«Έχω δει τι έκανε».

Τότε εκείνος κατάλαβε πως η γυναίκα του δεν θα σιωπούσε.

Διέδωσε πως η Καλλιόπη ήταν μάγισσα. Πως έβλεπε πράγματα που δεν υπήρχαν. Πως είχε κατασκευάσει την ιστορία για να εκδικηθεί την οικογένειά του.

Ο κουνιάδος της ζήτησε να τιμωρηθεί. Ο πατέρας της Ανθής συμφώνησε.

Και η μητέρα του κοριτσιού, όταν τη ρώτησαν αν η κόρη της είχε κακοποιηθεί, χαμήλωσε το βλέμμα.

«Η κόρη μου έφυγε με τη θέλησή της», είπε.

Η Καλλιόπη την κοίταξε.

«Ξέρεις πως δεν είναι αλήθεια».

Η γυναίκα άρχισε να κλαίει.

«Έχω κι άλλα παιδιά».

Η Καλλιόπη κατάλαβε τότε πως η Ανθή είχε πεθάνει δύο φορές.

Την πρώτη, όταν τη σκότωσε ο άνθρωπος που την κακοποιούσε.

Τη δεύτερη, όταν όσοι γνώριζαν την αλήθεια αποφάσισαν πως η σιωπή τους άξιζε περισσότερο από τη μνήμη της.

 

Λίγες ημέρες αργότερα συγκεντρώθηκαν έξω από τον πύργο.

Άντρες που απαιτούσαν να τιμωρηθεί η Καλλιόπη επειδή κατηγορούσε έναν από τους δικούς τους. Γυναίκες που πίστευαν πως η Ανθή είχε ατιμάσει την οικογένειά της. Και άλλες που γνώριζαν πως κάτι τρομερό είχε συμβεί, αλλά δεν τολμούσαν να μιλήσουν.

Ο άντρας της Καλλιόπης την οδήγησε στον τελευταίο όροφο.

«Αν παραδεχτείς πως επινόησες τα πάντα, θα σε αφήσω να βγεις».

Η Καλλιόπη τον κοίταξε.

«Και η Ανθή;»

«Η Ανθή έφυγε».

«Η Ανθή είναι νεκρή».

Εκείνος έκλεισε την πόρτα.

Τρεις ημέρες την κράτησε εκεί χωρίς τροφή και νερό.

Κάτω από τη σκάλα, η οκτάχρονη κόρη τους, η Δάφνη, χτυπούσε την πόρτα.

«Μάνα! Άνοιξε!»

Η Καλλιόπη άκουγε το παιδί της να κλαίει.

Την τρίτη νύχτα, εξαντλημένη, ακούμπησε τις παλάμες στον πέτρινο τοίχο.

«Αφού φοβούνται τόσο πολύ όσα βλέπω, ας μείνουν οι σκιές εδώ μέχρι κάποιος να τολμήσει να τις αντικρίσει».

Η σκιά της ξεκόλλησε από το σώμα της και απλώθηκε στον τοίχο.

Από τότε, κάθε φορά που μια γυναίκα έχανε ένα κομμάτι του εαυτού της μέσα στον φόβο ή αναγκαζόταν να κρύψει την αλήθεια της, η σκιά εκείνου του κομματιού μπορούσε να βρει καταφύγιο στον πύργο.

Λίγο πριν ξημερώσει, η Καλλιόπη πέθανε.

Όμως η σκιά της έμεινε.

Η επιστροφή της Δάφνης

Η Νεφέλη στεκόταν ακίνητη μπροστά στην ηλικιωμένη γυναίκα.

«Γιατί μου τα λες όλα αυτά;»

Η Καλλιόπη σηκώθηκε.

«Επειδή ήσουν εκεί».

Πλησίασε τον τοίχο και άγγιξε τη σκιά ενός μικρού κοριτσιού.

«Αυτή ήσουν εσύ. Η κόρη μου, η Δάφνη».

Η Νεφέλη ένιωσε το δωμάτιο να γυρίζει.

Ξαφνικά θυμήθηκε μια ξύλινη πόρτα. Τα μικρά της χέρια να χτυπούν το ξύλο. Τη φωνή της μητέρας της. Και έναν άντρα που την τραβούσε μακριά από τη σκάλα.

«Δεν μπορούσα να σε σώσω», ψιθύρισε.

«Ήσουν οκτώ χρονών».

Η Καλλιόπη τής έδειξε μια δεύτερη σκιά.

Ήταν η σημερινή Νεφέλη. Μόνο που γελούσε δυνατά, χόρευε, μιλούσε χωρίς φόβο.

«Κάτι από εκείνο το παιδί έμεινε εδώ. Και κάτι από τη σημερινή σου ζωή ήρθε να το συναντήσει».

Οι δύο σκιές ενώνονταν με μια κόκκινη κλωστή.

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Τότε έμαθες πως η αλήθεια μπορούσε να σου στερήσει τη μητέρα σου. Σήμερα έμαθες να αμφισβητείς τη δική σου αλήθεια για να μη χάσεις τον άνθρωπο που αγαπούσες».

Η Νεφέλη άγγιξε την κλωστή.

«Μπορώ να τις πάρω πίσω;»

Η Καλλιόπη κοίταξε τις δύο σκιές.

«Μπορείς. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν γνωρίζεις ακόμη».

Η Νεφέλη ένιωσε την κόκκινη κλωστή να πάλλεται κάτω από τα δάχτυλά της.

«Τι άλλο συνέβη εκείνη τη νύχτα;»

«Κάποιος ξεκλείδωσε την πόρτα του πύργου».

«Ποιος;»

Η σκιά του μικρού κοριτσιού κινήθηκε.

«Εγώ», ακούστηκε μια παιδική φωνή.

Η Νεφέλη γύρισε απότομα.

Η μικρή Δάφνη είχε σηκώσει το κεφάλι.

«Περίμενα να κοιμηθεί ο πατέρας. Πήρα το κλειδί από την τσέπη του και ανέβηκα τη σκάλα χωρίς παπούτσια».

Η Νεφέλη είδε ξαφνικά την εικόνα.

Ένα οκτάχρονο κορίτσι με λευκό νυχτικό ανέβαινε προσεκτικά τα πέτρινα σκαλιά. Κρατούσε ένα μεγάλο σιδερένιο κλειδί. Τα χέρια της έτρεμαν τόσο πολύ που δυσκολευόταν να το βάλει στην κλειδαριά.

Όταν τελικά άνοιξε την πόρτα, βρήκε τη μητέρα της πεσμένη δίπλα στον τοίχο.

Την πλησίασε.

«Μάνα;»

Της άγγιξε το πρόσωπο.

«Σήκω. Έφερα το κλειδί».

Η Καλλιόπη δεν απάντησε.

Η μικρή Δάφνη ξάπλωσε δίπλα της. Τράβηξε το χέρι της μητέρας της πάνω στο σώμα της και περίμενε να ξυπνήσει.

Το πρωί ο πατέρας της τη βρήκε να κοιμάται αγκαλιά με το νεκρό σώμα.

Την άρπαξε από τον καρπό.

«Δεν θα πεις σε κανέναν πως ανέβηκες εδώ».

«Η μάνα δεν ξυπνάει».

«Η μάνα σου πέθανε επειδή δεν ήξερε να κρατά το στόμα της κλειστό».

Το κορίτσι τον κοίταξε.

«Κι εγώ;»

Εκείνος έσκυψε στο ύψος της.

«Αν μιλήσεις, θα έχεις την ίδια τύχη».

 

Σουζάνα Παπαφάγου

Κλινική & Αναπτυξιακή Ψυχολόγος

Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια | Αναλύτρια Ομάδας | Θεραπεύτρια Ζεύγους & Οικογένειας

 

 

Σουζάνα Παπαφάγου is free today. But if you enjoyed this post, you can tell Σουζάνα Παπαφάγου that their writing is valuable by pledging a future subscription. You won’t be charged unless they enable payments.

Εφόσον επιθυμείτε  κάνετε εγγραφή εδώ:

https://spsychotherapy.substack.com/account?original_app=&free_signup_confirmation=true

 

Σουζάνα Παπαφάγου , Κλινική – Αναπτυξιακή Ψυχολόγος, Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια.

Σπούδασα στην Ιταλία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Ψυχολογίας της Πάρμα, στο πενταετές πρόγραμμα ‘Αναπτυξιακή Κλινική Ερευνητική Ψυχολογία’.Επέστρεψα στην Ελλάδα αφού ολοκλήρωσα μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τίτλο  «οικογενειακή θεραπεία και σεξουαλική διαφορετικότητα » και ξεκίνησα αμέσως πενταετή εκπαίδευση στην Ελληνική Εταιρία Αναλυτικής Ομαδικής και Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας, όπου πια είμαι τακτικό μέλος.

Το 2011 ξεκίνησα να παρακολουθώ  εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Ινστιτούτο Ψυχοδράματος Αθηνών για 4 χρόνια.Έχω παρακολουθήσει και ολοκληρώσει εκπαιδευτικά σεμινάρια στην Ελληνική Ψυχοσωματική Εταιρία και συνεχίζω να καταπιάνομαι με εκπαιδεύσεις και εποπτικές συνεδρίες.Τα τελευταία 10 χρόνια έχω υπάρξει επιστημονικός συνεργάτης στο Αιγινήτειο νοσοκομείο ως ομαδική αναλύτρια στο Τμήμα Διαταραχής Προσωπικότητας.

Το 2008 ξεκίνησα να εργάζομαι ιδιωτικά στο γραφείο μου με οικογένειες, ζευγάρια, ομάδες και ατομικά (ενήλικες, εφήβους και παιδιά,).Το 2018 ονειρεύτηκα να δημιουργήσω έναν χώρο θεραπείας και τέχνης, όπου θα συνεχίσω να δουλεύω ατομικά και ομαδικά μέσω της αναλυτικής ψυχοθεραπείας αλλά θα πραγματοποιούνται παράλληλα, ομάδες ζωγραφικής και Πύλου κυρίως (σε συνεργασία με καλλιτέχνες), ομάδες δημιουργικής γραφής, ομάδες συμβουλευτικής γονέων και δραστηριότητες για όλη την οικογένεια.

Το όνειρό μου ξεκινά να ζωντανεύει σε μια δύσκολη περίοδο, της πανδημίας, μιας και «αναγκάστηκα» να αλλάξω χώρο λόγο τετραγωνικών (έπρεπε να μεταφερθώ, μετά τα 13 χρόνια, σε μεγαλύτερο χώρο).Από το 2013 γράφω στο περιοδικό Τaλκ (περιοδικό για γονείς), αναπτύσσοντας κυρίως ψυχολογικά θέματα, και μιλώ για την ευεργετική ιδιότητα των βιβλίων μέσα από τη στήλη μου «Μια ψυχολόγος διαβάζει βιβλία ».

θα με βρείτε στο https: www.humansoulroots.com

ΣΟΥΖΑΝΑ ΤΖ. ΠΑΠΑΦΑΓΟΥ
ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΠΑΝ/ΜΙΟΥ ΠΑΡΜΑΣ
ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΡΙΑ
Επιστημονικός συνεργάτης στο τμήμα Διαταραχών προσωπικότητας Α’ ψυχιατρικής κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: https://www.storytellinghumans.com -Σουζάνα Παπαφάγου.

Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.