HomeΓύρω από ένα βιβλίοΟ συγγραφέας μιλά για το έργο τουΣτη σκιά του άρκευθου – Μαίρη Πετρολιά – Αμανίτη.

Στη σκιά του άρκευθου – Μαίρη Πετρολιά – Αμανίτη.

Στη σκιά του άρκευθου – Μαίρη Πετρολιά – Αμανίτη.

  
Αρκεί η φαντασία για να γράψει κάποιος ένα λογοτεχνικό κείμενο; Φυσικά, όχι. Πέρα από το διάβασμα, τη συγκέντρωση και τη σκληρή δουλειά υπάρχει η έμπνευση.
Κατανοώ απόλυτα τους ενδοιασμούς που έχουν πολλοί λογοτέχνες ως προς τον ρόλο που διαδραματίζει στη συγγραφή η έμπνευση. Άλλοι ενδέχεται να την βλέπουν ακόμα και με καχυποψία, κάτι σαν άλλοθι, ώστε να αραδιάζει κάποιος χωρίς κανόνες ό,τι του κατέβει, όπως λέμε συχνά. Κατανοώ, αλλά αδυνατώ να υπερθεματίσω αυτή την άποψη, όταν προσωπικά, αισθάνομαι την έμπνευση του συγγραφέα κάτι σαν το άλλο μισό της “μαγείας”. Τι συγκροτεί το όλον της συγγραφικής μαγείας; Βλέπω την έμπνευση χειροπιασμένη με τη φαντασία να κυριεύουν και να οδηγούν τον νου του συγγραφέα σε δρόμους, τους οποίους -χωρίς τη συνδυασμένη ύπαρξή τους- δεν θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να διασχίσει. Όταν η έμπνευση συμπορεύεται με τη φαντασία, το γράψιμο παίρνει άλλη μορφή, άλλες διαστάσεις. Γίνεται πηγή που αναβλύζει. Όσον αφορά σε μένα, αυτή η πηγή αναβλύζει χαρά. Ναι, φίλοι μου! Εγώ νιώθω χαρούμενη, ακόμα και όταν γράφω μια δραματική ιστορία!
Θεωρώ την οποιαδήποτε φύσης κοινοποίηση όσων γράφω, κάτι σαν χειρονομία φιλίας προς τους συνανθρώπους μου, ίσως επειδή εγώ όλους τους ανθρώπους τους βλέπω σαν φίλους. Όλοι όσοι διάβασαν ή θα διαβάσουν τα βιβλία μου, άσχετα αν θα τους αρέσουν πολύ, λιγότερο ή καθόλου, είναι φίλοι μου ξεχωριστοί για τον επιπλέον λόγο ότι θα έχουν μοιραστεί μαζί μου τα ταξίδια που πραγματοποίησα με τη σκέψη μου.
Το μοίρασμα προϋποθέτει τόλμη. Πιστεύω στην τόλμη του ανθρώπου. Στο βιβλίο «Στη σκιά του άρκευθου» ασχολούμαι κυρίως με γυναίκες που τολμούν. Π.χ. Γιορτινή μέρα, Φόβος, Διάφανη κανάτα -εδώ συγκεκριμένα η τόλμη αναδεικνύεται με τη μορφή ενός μικρού κοριτσιού. Οι γυναίκες στα διηγήματά μου δεν διστάζουν να πάρουν κάποια στιγμή τη ζωή στα χέρια τους.
Με ρώτησαν για ποιο λόγο τώρα έγραψα διηγήματα. Με εξουθένωσε, άραγε, μια πρώτη απλή συγγραφική προσπάθεια και τα δύο εκτενή μυθιστορήματα που εκδόθηκαν μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια;

Και πάλι χρειάζεται τόλμη -ακόμα και θράσος, θα έλεγα, ώστε μία όψιμη διακόνισσα του μυθιστορήματος που έχει για πυξίδα -πρώτα και πάνω από όλα τα άλλα αναγκαία εφόδια- την έμπνευση και τη φαντασία, να αποπειραθεί την περιπλάνηση μέσα σε μία εξ ορισμού περιορισμένη έκταση, όπως είναι το διήγημα. Ναι, λοιπόν! Είδα το διήγημα σαν πρόκληση. Πρόκληση για να ασχοληθώ με κάτι άλλο. Ακόμα και σαν ένα είδος “απιστίας” προς τη μεγάλη αγάπη μου που είναι και θα εξακολουθήσει να παραμένει το μυθιστόρημα σε πείσμα του εκ των πραγμάτων όχι άπλετου χρόνου που χαρίζει στους ανθρώπους η ζωή, όταν αυτοί -όπως κι εγώ- ήδη ατενίζουν προς τη δύση της. Έλα όμως που από τη δύση εγώ ακόμα νιώθω ότι βρίσκομαι στο ΧΑΡΑΜA; Και -όπως επισημαίνω στον πρόλογο του βιβλίου – «είμαι ευτυχής που συμμερίζομαι την άποψη του ποιητή και φίλου Τόλη Νικηφόρου στο ποίημά του “το χάραμα δεν έχει μνήμη”, όπου επισημαίνει ότι το “χάραμα έχει μονάχα ένα βαθύ γαλάζιο φως”.
Παντού βλέπω το φως. Κρύβει ομορφιές συχνά δυσεύρετες στην εκτυφλωτική λάμψη της ανατολής, οφθαλμοφανείς όμως σε μια δύση που συναρπάζει. Το χαίρομαι το φως οπουδήποτε βρίσκεται γιατί επιφυλάσσει ξεκάθαρες εκπλήξεις.
Εκφράζω συνειδητά τις σκέψεις μου με τρόπο κατανοητό σε όλους τους αναγνώστες με λέξεις που χρησιμοποιούμε όλοι. Την ανάγνωση ενός μη εξειδικευμένης επιστημονικής φύσης κειμένου εγώ την βλέπω σαν πηγή ευχαρίστησης για όλους -ειδικά σε εποχές σαν την τρέχουσα, όπου περισσεύει ο προβληματισμός πάνω σε ποικίλης φύσης αντιξοότητες που ανακύπτουν διαρκώς-. Αποφεύγω, λοιπόν, να προβληματίσω τους αναγνώστες, αναγκάζοντας τους να κατανοήσουν λέξεις, που – χάριν πρωτοτυπίας, ύφους ή λογοτεχνικότητας – θα επινοούσα. Ο προβληματισμός ας απασχολήσει τον αναγνώστη μου μόνο στα εξώφυλλα των βιβλίων που έγραψα, όπως έγινε με τη «Μάσκα της Γελλώς», όπως και τώρα με τον «άρκευθο». Έτσι κι αλλιώς, δίνω στον υπομονητικό αναγνώστη την ερμηνεία τους ξεκάθαρα και στην αρμόζουσα θέση μέσα στο βιβλίο.
Η εναλλαγή στο είδος γραφής μεταξύ πρώτου προσώπου, αφηγητή και των εκτενών διαλόγων που χρησιμοποιώ συχνά, προκύπτει αβίαστα. Γράφω και ταυτόχρονα “παρακολουθώ ζωντανά” – όσο και αν αυτό ακούγεται παράδοξο – τις ιστορίες να διαδραματίζονται μπροστά μου. “Ακούω” τους χαρακτήρες να συνομιλούν. Θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν κάποιες από τις ιστορίες μου -ύστερα βέβαια από την ανάλογη διασκευή- παίζονταν στο θέατρο.
Θεωρώ τη λεπτομέρεια στα γραφόμενά μου όχι αβασάνιστα περιττή. Αντίθετα, πολλές φορές, ειδικά σε κείμενα που αναφέρονται σε περασμένες εποχές, τη βρίσκω αναγκαία. Η λεπτομέρεια προσδίδει γοητεία σε ένα πεζογράφημα, ταξιδεύει τον αναγνώστη στον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία, τον εντάσσει στον χώρο, τον ηρεμεί ή τον ξεσηκώνει ανάλογα με την περίσταση. Η διαρκής επίταση για συγγραφή ειδικότερα διηγημάτων ολοένα μικρότερων σε έκταση, νομίζω πως κατευθύνει τον συγγραφέα σε ένα περισσότερο μηχανικό και λιγότερο αβίαστο είδος γραφής. Η “μαγεία” της συγγραφής ασφυκτιά αν την κλείσουμε σε κουτί προκαθορισμένου μεγέθους. Ως κύρια κατευθυντήρια γραμμή για ένα συγγραφέα θεωρώ το μέλημά του να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να τον συμπαρασύρει μέχρι το τέλος μιας ιστορίας.
Με ρώτησαν αν στα διηγήματά μου αναφέρομαι και σε προσωπικά βιώματα ή όσα γράφω είναι μόνον αποκυήματα της «οργιώδους», όπως την χαρακτήρισε κάποιος, φαντασίας μου.
Πιστεύω πως η φαντασία, την οποία προηγουμένως χαρακτήρισα «έτερον ήμισυ της συγγραφικής μαγείας», δεν γνωρίζει όρια σε πολλούς ανθρώπους. Αν της δώσουμε την ευκαιρία να σταθεί στα παραθυράκια που αφήνει η καθημερινότητα, να ξεγλιστρήσει παραέξω, η φαντασία θα πετάξει. Όταν η φαντασία πετάξει, δεν θα δυσκολευτεί να οικοδομήσει φανταστικές ιστορίες. Να τις συνδέσει με βιώματα, ακούσματα, εικόνες, να τις ενδύσει με τις κάθε είδους γνώσεις που έχει ο καθένας. Κάτι από όλα αυτά ή και όλα αυτά μαζί, με πλοηγό το προσωπικό συναίσθημα που διεισδύει ανάμεσά τους, στοιχειοθετεί τα εννέα διηγήματα του βιβλίου «Στη σκιά του άρκευθου».
Άλλωστε, η ζωή κάθε ανθρώπου είναι μια απύθμενη δεξαμενή υλικού. Το αν και πότε ο συγγραφέας θα επιλέξει να ανασύρει υλικό από τη δεξαμενή αυτή, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα το χειριστεί και θα το προβάλει, ανάγεται αποκλειστικά και μόνο στην προσωπική του ευχέρεια.
Κάποιοι αναρωτήθηκαν: «Γιατί μόνο εννέα και όχι περισσότερα;»
Αποκαλύπτω ότι τα διηγήματα θα ήταν δέκα. Κατά τη συγγραφή διαπίστωσα ότι το δέκατο -έχοντας ξεπεράσει κατά πολύ τις πέντε χιλιάδες λέξεις- εξελισσόταν σε μυθιστόρημα. Ελπίζω να προλάβω να το ολοκληρώσω πριν ξεμείνω από χρόνο. Για την απευκταία αυτή περίπτωση έχω στην άκρη τον εφεδρικό τίτλο «Μυθιστόρημα ημιτελές».
Αποδέχομαι ότι κατά την σύντομη συγγραφική πορεία μου οπωσδήποτε έχω κάνει λάθη. Κανένας συγγραφέας δεν είναι τέλειος. Είμαι βέβαιη ότι και κορυφαίοι λογοτέχνες που μεγαλούργησαν παλαιότερα, θα άγγιζαν ακόμα πιο ψηλές κορφές, αν είχαν ζήσει περισσότερο. Χαίρομαι, λοιπόν, να έχω κάνει λάθη γιατί αυτό θα με οδηγήσει να τα διορθώσω και, κατά συνέπεια, να βελτιωθώ. Για μένα, η πορεία της βελτίωσης σημαίνει εξαιρετική ικανοποίηση. Η λέξη «πορεία» από μόνη της δηλώνει συνέχεια. Σας υπόσχομαι ότι για όσο ακόμα θα παραμένω υγιής, θα συνεχίζω να γράφω. Αδυνατώ, λοιπόν να επιτρέψω στο μυαλό μου να τεμπελιάσει. Κάτι τέτοιο θα το θεωρούσα περιφρόνηση προς τη ζωή.
Πιστεύω ακράδαντα στο “carpe diem” δηλαδή στο άδραξε τη μέρα και για τον πρόσθετο αυτό λόγο, θεωρώ τον οποιασδήποτε φύσης παροπλισμό των ανθρώπων, ως βεβιασμένη προσέγγιση του θανάτου.
Επισημαίνω ακόμη μια φορά το πόσο σημαντική είναι όχι μόνο η ανάγνωση, αλλά και η ενασχόληση, η κουβέντα, ακόμα και η απλή συμμετοχή στην παρουσίαση ενός λογοτεχνικού ή ενός οποιουδήποτε περιεχομένου βιβλίου. Αυτές οι δραστηριότητες μας εφοδιάζουν με οξυγόνο εξίσου ζωογόνο με εκείνο που μας χαρίζει ο καθαρός αέρας. Γιατί; Γιατί το οξυγόνο αυτό, τροφοδοτεί την ψυχή μας.
Όταν πάλλεται η ψυχή, οι έγνοιες, τα προβλήματα της καθημερινότητας που ταλανίζουν όλους μας, μπαίνουν έστω για λίγη ώρα, στην άκρη. Παίρνουμε τότε δύναμη αόρατη που όμως γίνεται άμεσα αισθητή. Η δύναμη αυτή μας κάνει πιο ανάλαφρους, χαλαρούς, ευτυχισμένους!
Ευτυχισμένη ένιωσα και εγώ ανάμεσα στους πολυάριθμους φίλους που παραβρέθηκαν στην παρουσίαση, ευτυχισμένη νιώθω που θα διαβάσουν πολλοί την παρούσα ανάρτησή μου.
Σας ευχαριστώ και σας αγαπώ όλους.
Μαίρη Πετρολιά – Αμανίτη
Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.