HomeΑρθρογραφίαΜνήμη-Ιστορία-Διατροφή“Ζεστό ψωμί από το χωριό μας”

“Ζεστό ψωμί από το χωριό μας”

“Ζεστό ψωμί από το χωριό μας”

“Ζεστό ψωμί από το χωριό μας”
Γράφει ο Δημήτρης Περιβολαράκης
Από πολύ μικρός μια από τις βασικές μου αποστολές ήταν να πάω στον φούρνο,
για να αγοράσω της ημέρας το ψωμί.
Όταν δεν είχα σχολείο πρωί- πρωί, κατά τις οκτώμιση.
Ειδάλλως, όταν γύριζα από το σχολείο,
το μεσημέρι.
Για μένα η πορεία για τον φούρνο ήταν
μια πορεία γεμάτη διλήμματα, επιλογές και καίριες αποφάσεις.
Είχε ανοίξει ο φούρνος του Τρακάλη και έφερνε ψωμί και στο μπακάλικο, που ήταν δέκα μέτρα δίπλα από το σπίτι μας. Ο Τρακάλης έφτιαχνε πολύ καλό παραδοσιακό ψωμί. Αλλά εμείς παίρναμε από πολύ παλιά ψωμί από τον φούρνο του Δήμα’
καμιά φορά και από του Τζίτζιφα, στην πλατεία.Ο φούρνος του Τζίτζιφα άλλωστε είναι και ο μόνος που λειτουργεί ακόμη.Να ‘ναι καλά ο Κώστας που κρατάει την παράδοση της οικογένειας και του τόπου μας!
Όταν γύριζα από τον φούρνο, ή θα περνούσα απέναντι από το μπακάλικο κρατώντας τη φραντζόλα στη δεξιά μασχάλη, κρύβοντάς τη, προσπαθώντας να μη με δει ο Τάκης ο Τρακάλης και η Μαρία, η γυναίκα του,που τόσο πολύ τους συμπαθούσα και με αγαπούσαν.
Είχα μεγαλώσει εκεί μπροστά στο πεζοδρόμιό τους.
Μια γειτονιά ,ένας δρόμος,μια αυλή που λέει ο λόγος!
Άσε που υπήρχαν και τα βερεσέδια στο τετραδιάκι. Όλο και κάτι θα υπήρχε υπόλοιπο γραμμένο που τους χρωστούσαμε.
Η μάνα μου το ‘λεγε αυστηρά:
-Πήγαινε να πάρεις ψωμί από του Δήμα.
Κι όταν γυρίσεις, μη σε δουν οι Τρακάληδες.
Με αυτόν τον φόβο πήγαινα και γύριζα.
Προχωρούσα με τη φραντζόλα στη μασχάλη κρυμμένη και προσποιούμουν ότι δε με έβλεπαν.
Είχα ωστόσο κι άλλες επιλογές.
Να επιστρέψω από την οδό Ανδρέου και να κατέβω από τη ρεματιά, που σήμερα είναι η πλατεία Κωστάκη Μεσογίτη.
Ή πάλι μέσα από το στενάκι, που ήταν ανάμεσα στο σπίτι του Μήτσου του Τσιγγούνη και της θείας Νότας της Σταυριανού.
Αυτές ήταν οι πιο ακίνδυνες διαδρομές,
αλλά δεν τις προτιμούσα.
Τις περισσότερες φορές, πάντως, κατέβαινα την κατηφόρα, έστριβα στο μαγαζί του Μαλεφάκη και ανηφόριζα για το σπίτι,διασχίζοντας τη Γκινοσάτη προσεχτικά.Μη με πάρει κάποιο μάτι!
Μου άρεσε που τους χαιρετούσα όλους.
Με την σειρά.
Τους Μαλεφάκηδες, τον ψαρά απέναντι, τον Ρούλια, με τα γυαλικά και τους μουσαμάδες, τον Χαρίδημο, τον Τάσο τον Κόττο και την αδελφή του, την Βαλασία και τους γονείς της. Την κυρά Πετρούλα, που την συμπαθούσα πολύ, την μάνα του Φάρα με τις τυρόπιττες.
Για μένα η διαδρομή ήταν μια μικρή πορεία επαφής με τους ανθρώπους της γειτονιάς,τους δικούς μου ανθρώπους.
Όταν εφθανα εκεί,απέναντι από του Τρακάλη, φορούσα τον…μαγικό μανδύα και… εξαφανιζόμουν.Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.
Πίστευα πως με κάποιον μαγικό τρόπο οι Τρακάληδες δε θα με έβλεπαν.
Και προχωρούσα για το σπίτι.Τσιμπώντας τη φραντζόλα που ζεμάταγε.
Στο τέλος πήγαινα στο σπίτι τη μία γωνία της φρατζόλας.
Η μάνα είδε και απόειδε, και από ένα σημείο και μετά ,αγοράζαμε δύο.
Το άσπρο ψωμί του Δήμα έβγαινε πρωι- πρωί. Γύρω στις οχτώ. Ζεστό- ζεστό, έκαιγε. Έπαιρνα τότε τις δύο φρατζολες και κατάστρωνα το σχέδιο της επιστροφής. Με τις φρατζόλες και με τον μανδύα μου πορευόμουν στους δρόμους του…ψωμιού.
Στις δέκα περίπου έβγαινε το σταρένιο. Τότε γινόταν λαϊκό προσκύνημα στον φούρνο. Ήταν γεμάτος κόσμο!
Όλη η οικογένεια Δήμα στο πόδι, να δίνει ψωμί. Ο παππούς ο Σπύρος, ο πατέρας , η κυρα Χρύσα, η Ελευθερία, ο Ανδρέας, και ο μεγάλος αδελφός που έφυγε για Αμερική.Όλοι εκεί!Και σχεδόν το μισό χωριό στην ουρά να περιμένει. Εγώ χάζευα τον κόσμο και παραχωρούσα τη θέση μου στους μεγαλύτερους, επίτηδες για να κοιτάζω τη διαδικασία.Όταν το ψωμί ήταν ελλιποβαρές-τότε το ζύγιζαν στη ζυγαριά-έκοβαν μια μικρή ή μεγαλύτερη φέτα για συμπλήρωμα.Τι σεβασμός στον άνθρωπο και στο ψωμί της ημέρας του έκρυβε αυτή η απλή εμπορική πράξη!
Κάποιες φορές πήγαινα και στον φούρνο του Τζίτζιφα. Πολύ ωραίο ψωμί είχαν κι έχουν ακόμη εκεί. Το σταρένιο τους εφάμιλλο με του Δήμα. Ζεστό, αχνιστό, χωριάτικο. Καθόμουν στη ουρά και έβλεπα τον πατέρα του Κώστα, με ένα άσπρο φανελάκι με μανίκια να μοιράζει το ψωμί. Και δίπλα την μάνα του. Ψηλή, περιποιημένη, αρχοντική.
Είναι πολύ καλό που ο Κώστας, ο συμμαθητής του αδελφού μου, κρατάει την κουκουβανιώτικη παράδοση και έχει τον φούρνο ανοιχτό μες την πλατεία της πόλης.
Με ψωμί ποιότητας, όπως τότε!
Μακάρι να ήταν ανοιχτός και ο φούρνος του Δήμα.
Ήταν σημείο αναφοράς για όλη την Αθήνα το ψωμί από τους δύο αυτούς φούρνους.
Ψωμί από τις Κουκουβάουνες.Αυτό το γευστικότατο ψωμί σερβιριζόταν και σε όλες τις ταβέρνες του χωριού μας.Οι “βούτες” στις χωριάτικες σαλάτες έδιναν και έπαιρναν!
Άλλη γεύση τότε η τομάτα ,το λάδι , η φέτα!Άλλο άρωμα!
Καθώς πέρασαν τα χρόνια και περιόρισα λόγω ηλικίας το ψωμί έμεινα με αυτές τις αναμνήσεις.
Το ψωμί με λάδι και ζάχαρη, οι αβγοφέτες, η καλοκαιρινή τοματοσαλάτα με φέτα, με ζεστό φρέσκο ψωμί από το χωριό μας, είναι γεύσεις που δε θα φύγουν ποτέ από τη μνήμη του σώματος.
Αργότερα ήλθαν οι φρυγανιές, το ψωμί του τοστ, το προπαρασκευασμένο ψωμί σε σακουλάκι να υποκαταστησουν το αυθεντικό ψωμί του τόπου μας.
Και εν μέρει τα κατάφεραν. Με συντηρητικά και αλχημείες αλλοιώθηκε η γεύση των ανθρώπων, η αισθητική, η ηθική τους.
Εν τέλει χάνεται ,χάθηκε και η ανθρωπιά.
Όλα αλλοιώθηκαν,
μέσα στις λίγες δεκαετίες της άναρχης ανάπτυξης.
Βαδίζοντας στους ίδιους δρόμους πενήντα χρόνια μετά , αναρωτιέμαι αν πραγματικά προοδεύσαμε ή παρασυρθήκαμε σε έναν δρόμο ατέρμονο, σε μια ατραπό ,χωρίς σεβασμό, χωρίς αξίες,αγνοώντας την παράδοση, χάνοντας την ανθρωπιά μας και τους δεσμούς μας με τη φύση και τον άνθρωπο.
Όταν κάποιες φορές ξεμέναμε από ψωμί το απόγευμα, ανέβαινα να αγοράσω κατά τις τέσσερις το απόγευμα.
Ήταν η δεύτερη, η απογευματινή φουρνιά.
Όλο και κάτι θα έβρισκα.Ελάχιστες φορές δεν έβρισκα και τότε κατακουρασμένη η μάνα θα ζύμωνε και θα ‘ψηνε το δικό της.
Εκείνο πάλι είχε άλλη γεύση ,ζυμωμένο με τη μητρική προσπάθεια και στοργή.
Σε κάθε περίπτωση η παιδική μας ηλικία είχε έντονα σημαδευτεί από τη γεύση του ζεστού ψωιού του χωριού μας.
Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.