Έχεις δέκα λεπτά χρόνο; Όταν φεύγουμε από ένα μουσείο, για ποιο λόγο δε θυμόμαστε όλα τα έργα, αλλά κάποια;
Γράφει ο Δημήτρης Μπουζάρας
Έχει συμβεί σχεδόν σε όλους μας. Επισκεπτόμαστε ένα μουσείο ή μια έκθεση και βλέπουμε δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες έργα τέχνης. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, θυμόμαστε μόνο έναν ή δύο πίνακες. Οι υπόλοιποι, έχουν σχεδόν σβήσει από τη μνήμη μας.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Τι κάνει έναν πίνακα να μένει χαραγμένος στο μυαλό μας, ενώ ένας άλλος, ίσως εξίσου σπουδαίος, ξεχνιέται τόσο εύκολα;
Η απάντηση βρίσκεται λιγότερο στην ίδια την τέχνη και περισσότερο στον τρόπο που λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος.
Ο εγκέφαλός μας δεν αποθηκεύει όλες τις εικόνες με τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα, δίνει προτεραιότητα σε ό,τι του προκαλεί συναίσθημα. Δεν έχει σημασία αν το συναίσθημα είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο. Ένας πίνακας που μας συγκινεί, μας ξαφνιάζει, ή ακόμη και μας ενοχλεί, έχει περισσότερες πιθανότητες να μείνει στη μνήμη μας από έναν τεχνικά άψογο πίνακα, ο οποίος όμως, δεν μας έκανε να νιώσουμε τίποτα.
Γι’ αυτό και πολλές φορές θυμόμαστε ένα έργο, χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε το γιατί. Δεν θυμόμαστε τις λεπτομέρειές του, αλλά την αίσθηση που μας άφησε- σκεφτείτε πως από το παρελθόν συνήθως θυμόμαστε γεγονότα που είναι συνδεδεμένα με τη βίωση ενός εντόνου συναισθήματος ,καλού ή όχι..
Σημαντικό ρόλο παίζει και το στοιχείο της έκπληξης. Ο εγκέφαλος αγαπά ό,τι διαφέρει από το συνηθισμένο. Ένα παράξενο πρόσωπο, ένα απρόσμενο χρώμα, μια ασυνήθιστη σύνθεση ή μια εικόνα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε εύκολα τραβά αμέσως την προσοχή μας.

Ferdinand Victor Eugene Delacroix, «Liberty Leading the People», 1830
Επίσης, ότι διαβαστεί από τον εγκέφαλο ως «φανταχτερό» έλκει άμεσα την προσοχή μας και μένει για περισσότερο χρόνο στη μνήμη μας. Ο εγκέφαλος έλκεται από το εντυπωσιακό και όσο πιο απρόσμενα εντυπωσιακό είναι κάτι, τόσο περισσότερο μας δημιουργείται η ανάγκη να το διατηρήσουμε στη μνήμη, να κοινοποιήσουμε, να το κάνουμε δηλαδή ευρέως γνωστό -αυτός είναι ένας από τους λόγους της πολύ μεγάλης διασποράς των fake news.
Σκεφτείτε τώρα, πόσες φορές έχετε σταθεί περισσότερο μπροστά σε έναν πίνακα που σας δημιούργησε απορίες, παρά σε έναν που καταλάβατε αμέσως. Η περιέργεια, είναι ένας από τους πιο δυνατούς συμμάχους της μνήμης.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Θυμόμαστε καλύτερα όσα συνδέονται με τη δική μας ζωή, η ταύτιση λοιπόν παίζει πολύ μεγάλο ρόλο και εδώ είναι ένα από τα μυστικά πολλών καλλιτεχνών . Αν ένας πίνακας μάς θυμίσει το σπίτι των παππούδων μας, μια παιδική ανάμνηση, ένα αγαπημένο πρόσωπο ή ένα ταξίδι, τότε, αποκτά προσωπική σημασία. Από εκείνη τη στιγμή παύει να είναι απλώς ένα έργο τέχνης. Γίνεται μέρος της δικής μας ιστορίας – φανταστείτε την ανάγνωση ενός βιβλίου στο οποίο βρήκατε πολλά στοιχεία με τα οποία νιώσατε άνετα και οικεία, πολλά με τα οποία ταυτιστήκατε τότε, είναι που πιο εύκολα θα πείτε: «Ναι ,αυτό που είδα μου άρεσε».
Αυτός είναι και ο λόγος που δύο άνθρωποι μπορεί να σταθούν μπροστά στον ίδιο πίνακα και να φύγουν με εντελώς διαφορετικές αναμνήσεις. Ο ένας μπορεί να τον ξεχάσει σε λίγα λεπτά, ενώ ο άλλος να τον θυμάται για χρόνια.
Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός, ότι δεν θυμόμαστε πάντα τους πιο διάσημους πίνακες. Πολλοί επισκέπτες μουσείων, αναφέρουν, πως το έργο που τους έμεινε περισσότερο δεν ήταν εκείνο που περίμεναν να δουν, αλλά ένας μικρός, άγνωστος πίνακας σε μια ήσυχη γωνιά της έκθεσης. Ίσως, γιατί τον είδαν χωρίς προσδοκίες και τον άφησαν να τους μιλήσει.
Οι ειδικοί που μελετούν την αντίληψη της εικόνας, εξηγούν ότι η μνήμη ενισχύεται όταν αφιερώνουμε λίγο περισσότερο χρόνο σε ένα έργο. Οι περισσότεροι άνθρωποι κοιτούν έναν πίνακα μόνο για λίγα δευτερόλεπτα πριν προχωρήσουν στον επόμενο. Αν όμως σταθούμε έστω ένα ή δύο λεπτά παραπάνω, αρχίζουμε να παρατηρούμε λεπτομέρειες που αρχικά μας είχαν ξεφύγει. Το έργο γίνεται πιο οικείο και, μαζί με αυτό, αξέχαστο.

Vincent van Gogh, «Bedroom in Arles» 1888-1889
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο μυστικό της τέχνης. Δεν θυμόμαστε απαραίτητα τους καλύτερους πίνακες. Θυμόμαστε εκείνους που για έναν δικό τους λόγο, κατάφεραν να συναντήσουν κάτι μέσα μας, κατάφεραν να μας μιλήσουν στη δική μας, εσωτερική και μοναδική γλώσσα.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα βρεθείτε σε μια έκθεση, μην προσπαθήσετε να δείτε τα πάντα. Επιλέξτε έναν πίνακα που σας τραβά την προσοχή και μείνετε μπροστά του λίγο περισσότερο. Παρατηρήστε τα χρώματα, τις μορφές, τις μικρές λεπτομέρειες και κυρίως αυτό που σας κάνει να αισθάνεστε.
Ίσως, χρόνια αργότερα, να μην θυμάστε το όνομα του καλλιτέχνη, ούτε τον τίτλο του έργου. Είναι πολύ πιθανό όμως να θυμάστε ακόμη το πώς σας έκανε να νιώσετε. Και αυτό, πολλές φορές, είναι το σημαντικότερο που μπορεί να έχει ένα έργο τέχνης.
Τη δύναμη να προσφέρει, να αγγίζει ,να διαπερνά, να είναι ζωντανό, ενώ ο δημιουργός του , όχι.

