HomeΓύρω από ένα βιβλίοΚριτικές-ΣχολιασμοίΟ μαύρος άγγελος της νοσταλγίας – Γ. Πολίτης – Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας – Γ. Πολίτης – Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας – Γ. Πολίτης – Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

 

«Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας» Γ. Πολίτης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2026, σελ. 206

Σχολιάζει ο Κώστας Α. Τραχανάς

 

Διαβάζεις το βιβλίο αυτό και είναι σαν να οδηγείς με ιλιγγιώδη ταχύτητα ένα αυτοκίνητο…

Έχεις νιώσει την ανάταση που γεννά η σούζα; Το σήκωμα στη μία ρόδα; Πώς τον φαντάζεσαι τον Αλέξανδρο με τον Βουκεφάλα; Να τον κρατάει από το χαλινάρι και να περπατάνε αγκαζέ στα σταροχώραφα; Ή καβάλα στη ράχη του και αυτός ολόρθος στα πίσω πόδια να χρεμετίζει;

Ε, αυτό είναι η σούζα: Ανάταση! Νίκη κόντρα στο φόβο και τον θάνατο. Κόντρα σ’ αυτόν καθ’ εαυτόν τον φόβο του θανάτου. Κόντρα στον ίσκιο του θανάτου που καιροφυλακτεί από τη στιγμή που πρωτοαντικρύζουμε το φως. Κι όπου μας βρει μπόσικους, μας παραλύει. Τον διώχνεις τον ίσκιο, τον σβήνεις μονοκοντυλιά, κάθε που σημαδεύεις με την μπροστινή σου ρόδα τον ήλιο.

Όταν παντιάζεις ένα αυτοκίνητο, όταν το στύβεις και το στρίβεις με ανάποδο τιμόνι και το γκάζι στο πάτωμα, δεν επιδίδεσαι σε παράτολμη άσκηση ισορροπίας. Δεν επιδεικνύεις γνώσεις, έλεγχο, τεχνική ή την αφοβία σου.

Όχι: Τέχνη κάνεις. Δεν την κάνεις: την ποιείς.

Η άριστα εκτελεσμένη πλαγιολίσθηση ισχύος είναι μορφή τέχνης. Είναι χορογραφία αδρεναλίνης. Κι εκείνοι που την εμπνεύστηκαν, την καλλιέργησαν, την τελειοποίησαν είναι δάσκαλοι, μαέστροι, δημιουργοί. Είναι οι Μπετόβεν και οι Μπαρίσνικωφ της αυτοκίνησης.

Κι όσοι σπούδασαν απ’ τα χέρια τους και υπερστρέφουν και γλιστράνε, αυτή την Τέχνη υπηρετούν. Μια Τέχνη που χάνεται με τις απαγορεύσεις, την αποστείρωση, τους ελέγχους. Κι αυτοί το ξέρουν. Χαραγμένο πάνω τους το σημάδι της ήττας. Θα χάσουν. Και το ξέρουν.

Παλεύουν όμως. Σφυγμό έχουν. Ανασαίνουν ακόμα. Με τα παλιά τους όργανα την Τέχνη τους εξασκούν.

Η Τέχνη είναι ανώτερη μορφή επικοινωνίας συναισθημάτων. Στέλνει μηνύματα. Το ίδιο και οι πάντες. Κάθε φορά που στρίβεις με ανάποδο τιμόνι και το γκάζι στο πάτωμα μήνυμα στέλνεις. Σε όλους. Σε όλα. Σε ό,τι σε κρατάει δέσμιο της αποκρουστικής «πραγματικότητας». Μήνυμα στον Καιρό, τις «απατήσεις», τα «καθήκοντα».

Κάθε φορά που στρίβεις με ανάποδο και το γκάζι σανίδα, τηλεγραφείς στην εξουσία ένα μεγαλοπρεπές και περήφανο:

«Ρε, άντε γαμήσου! Ρε, άντε γαμήσου κόσμε!»

Μια τέτοια Τέχνη αυτοκίνησης υπηρετεί και ο Μπλάνκο, ή με το ψευδώνυμο Αρτούρο Μπαντινί.

 

Ο Μπλάνκο ήταν εθισμένος στην ταχύτητα. Μπορούσε να ζήσει μόνο οδηγώντας σαν να μην υπάρχει αύριο. Και μόνο έτσι μπορούσε να οδηγεί. Και σε αυτό ήταν ακαταμάχητος.

Βιδώνει το γκάζι στο πάτωμα. Δεν ήθελε απλώς να φτάσει, ν’ αγγίξει την τελική. Ήθελε να ταξιδέψει με την τελική, με 290. Αλλάζει τις λωρίδες του δρόμου με 280 κοντεράτα. Έστριβε τις στροφές πριν τις δει.

Ανεβαίνει στα 2.758 του Στέλβιο των Άλπεων χωρίς στιγμή να σκεφτεί το δρόμο, αξημέρωτα, και τ’ ανοιχτά βάραθρα να χάσκουν δυο χιλιάδες μέτρα από κάτω. Χέρια και πόδια κινούνταν μόνα τους, αξιοποιώντας τη βάση δεδομένων που έχτισαν τα αμέτρητα περάσματά του.

Ντριφτάριζε ατέρμονα στις σαρανταοκτώ ανήλιες φουρκέτες του Στέλβιο, καθώς ο Μπλάνκο γέμιζε την τρίτη ταχύτητα στις στενές ευθείες με διάστικτες από γυαλιστερούς λεκέδες πάγου που ξεκόλλαγαν τα καπούλια της Καρρέρα, ζόριζαν τις αναρτήσεις κι ελάφραιναν επικίνδυνα το τιμόνι, πάνω απ’ τα πεινασμένα στόματα των γκρεμών στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας…

Ήταν ο Μπλάνκο οδηγός αγώνων, πιλότος της Φόρμουλα Ένα, οδηγός διαφυγής σε ληστείες τραπεζών, κασκαντέρ. Κάθε εβδομάδα έφερνε στην Ελλάδα, από το Βέλγιο και την Ιταλία, από μια κλεμμένη Πόρσε ή ράβδους χρυσού.

Σχεδίαζε διαφορετική διαδρομή επιστροφής. Έβαζε μέσα Αούτομπαν, ξεχασμένες επαρχιακές, στενά περάσματα των Άλπεων, Ωτορούτ και Ωτοστράντες.

Οδηγεί επικίνδυνα μια Λάνσια, μια Πόρσε 911, μια κλειστή Καρρέρα, Μ5, Μάστανγκ, Μαζεράτι, Φερράρι, Άλφα Ρομέο 1750 Βελότσε, Αλφέτα GTV εξακύλινδρη, Λαμποργκίνι Ντιάμπλο, Ντουκάτι, Σιτροέν.

Κολασμένα αυτοκίνητα. Ζωντανά ποιήματα στην άσφαλτο. Αριστοκρατία και ρεμαλίκι μαζί. Ένα μυώδες όνειρο, που εξέπεμπε αδρεναλίνη κι έσταζε τεστοστερόνη…

Δρόμοι ατέλειωτοι, χωρίς αρχή και τέλος. Ελεύθερος άνθρωπος ο Μπλάνκο. Ταξιδεύει για τη χαρά της καμμένης βενζίνης. Τη μυρωδιά του κουρασμένου ορυκτέλαιου. Τις παχιές νιφάδες του χιονιού, Ιούνιο μήνα, ψηλά πάνω από το Τυρόλο, στην ψηλότερη άσφαλτο της Ευρώπης, στα 2.829, στον αιώνιο παγετώνα των Άλπεων.

Ο Μπλάνκο ο ατέρμονος ταξιδευτής των ανοιχτών δρόμων.

Ο Μπλάνκο για αυτοκίνητα και γυναίκες ήξερε τα πάντα.

Ο Μπλάνκο και η Μπεττίνα.

Το αδιαφιλονίκητο ζευγάρι της Γενεύης. Έρωτας ήταν αυτό που έδενε τον Μπλάνκο με τη Μπεττίνα. Ο έρωτάς τους απρόβλεπτος, θυελλώδης, ανέφικτος.

Ο πιο ωραίος και η πιο ωραία. Ζηλευτοί και ποθητοί. Πλασμένοι ο ένας για τον άλλο. Να περπατάνε αγκαλιά και να παραμερίζουν οι διαβάτες.

Κυκλοφορούσαν και οι δυο με ταχύτατα αυτοκίνητα και περιπλανώνται στις λεωφόρους και τα βουνά της Μεσευρώπης.

Ποτέ στο ίδιο αυτοκίνητο. Ερωτευμένοι όσο πάει. Λατρεύονται. Αλλά με δύο αυτοκίνητα! Πάντα.

Οδηγοί και ο ένας και η άλλη. Στα περάσματα των Άλπεων, σε ώρες οδήγησης, κυνηγιούνται σαν σε χορό αϊτών που ζευγαρώνουν…

Η Μπεττίνα, ένα θείο πλάσμα που περπατά αφήνοντας πίσω του ατμίζουσες λίμνες από λάβα και οιστρογόνα.

Η Μπεττίνα που πέθαινε να βλέπει τον Μπλάνκο να οδηγεί. Τον ήθελε σαν τρελή. Ήθελε να κάνουν συνέχεια έρωτα.

Η Μπεττίνα, ο έρωτας της ζωής του Μπλάνκο.

Ήταν ο Ορφέας και η Ευρυδίκη…

Για τον Μπλάνκο ήταν η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Γυναικάρα από το υπερπέραν. Είχε στο πλευρό του ένα ξανθό Άγγελο.

Δεν πέρναγε από το νου του ότι αυτό που κοιτούσε ήταν ο Μαύρος Άγγελος της Νοσταλγίας…

Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι κάθε μάταιος ηρωισμός, κάθε απελπισμένο ρίσκο. Είναι αυτό που παραμονεύει έναν άνδρα που ζει και οδηγεί με το γκάζι στο πάτωμα.

Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι μια ιαχή ελευθερίας, ένα γραπτό road movie στις ατέλειωτες, φιδογυριστές διαδρομές ενός πόθου πέρα από μέτρα και όρια. Εκεί που δεν έχει καμιά σημασία ποιος κρατά το τιμόνι και ποιος οδηγεί…

Ένα έργο πυκνό και απαιτητικό που μετατρέπει την ανάγνωση σε εμπειρία βύθισης.

Το πλέον εμφανές και σημαντικό του μυθιστορήματος έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τον χρόνο, την επιβράδυνση και την επιτάχυνσή του, έναν τρόπο μοναδικό, που ίσως μόνο ο κινηματογράφος είναι σε θέση να πετύχει.

 

Ένα απόλυτα ζωντανό, ένα σπουδαίο βιβλίο.

Πρόκειται για Αριστούργημα.

 

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε δημοσιογραφία και φιλοσοφία στην Ελλάδα και τη Βρετανία. Είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνικής Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από το 1991 συνεργάζεται με ελληνικά και διεθνή περιοδικά, εφημερίδες και τηλεοπτικές εκπομπές.

Έργα του: «Bakunin’s Social Philosophy» (2006), «Μπαρούτι και Μέλι» (2008, μυθιστόρημα), «Ελευθερία και Εξουσία» (2010), «Το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής» (2012), «Έννοιες και όροι του Κορνήλιου Καστοριάδη» (2013), «Να σηκωθούμε όρθιοι» (2014).

 

Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.