Η πρώτη προσευχή – Γράφει ο Δημήτρης Περιβολαράκης .
Ανοίγοντας σιωπηλά την πόρτα των αναμνήσεων, κοιτάζω μέσα στην αίθουσα της Α’ Δημοτικού…
Βλέπω τριάντα περίπου παιδάκια, αγόρια, κορίτσια με μπλε ποδιές κι άσπρους γιακάδες
καθισμένα στα παλιά ξύλινα θρανία.
Καθόμασταν τότε δύο -δύο, τρία τρία, σαν τα πουλάκια πάνω στα σύρματα και τιτιβίζαμε
ψιθύρους, κρυφά λογάκια.
Ονειρευόμασταν…
Η αίθουσα γεμάτη,ηλιόλουστη.
Η δασκάλα, η κυρία Μαίρη, λίγο μελαχροινή, κουρασμένη, γύρω στα εξήντα, με γκρίζα μαλλιά, ντυμένη στα μαύρα, καθισμένη στην έδρα της.
Ήταν το δεύτερο, τρίτο μάθημα στην Α’ τάξη του Δημοτικού.
Το έτος 1970. Μια άλλη εποχή.
Με πολλή συστολή, φόβο και σεβασμό.
Με πολλή δίψα για μάθηση.
Και κυρίως αγάπη για τα γράμματα και το σχολείο.
Ένα σχολείο που ήταν λουσμένο στο φως, στη ζεστασιά και στην αγάπη.
Η δασκάλα την προηγούμενη μέρα μας είχε διδάξει την πρώτη προσευχή.
Μια προσευχή παιδική, διαφορετική από τις άλλες.
Μας είχε πει να την μάθουμε
και να την πούμε απ’ έξω την επόμενη μέρα.
Η επόμενη μέρα ήλθε. Ένα – ένα τα παιδιά άρχισαν να λένε την προσευχή.
Πρώτα τα κορίτσια που κάθονταν στο πρώτο θρανίο. Έπειτα αυτά στο δεύτερο, όλη η σειρά που κάθονταν μπροστά στην υπερυψωμένη έδρα της δασκάλας.
Στη συνέχεια η μεσαία σειρά που ήταν ανάμεικτη, κορίτσια μπροστά, αγόρια πίσω.
Ένα- ένα τα παιδιά έλεγαν την προσευχή. Άλλα καλύτερα, άλλα κομπιάζοντας, άλλα δεν την ήξεραν καθόλου.
Πλησίαζε αργά αλλά βασανιστικά και η δική μου σειρά.
Καθόμουν στο πρώτο θρανίο μπροστά, στην αριστερή πτέρυγα, όπως κοίταζε η δασκάλα, κοντά στην πόρτα.
Η αγωνία μεγάλη!!!
Δεν ήξερα ότι έπρεπε να μάθουμε την προσευχή απ’ έξω. Δεν το είχα ακούσει. Δεν το είχα καταλάβει.
Γι’ αυτό και δεν την είχα διαβάσει.
Τι γνώμη θα σχημάτιζε για μένα η δασκάλα!
Και ήταν και η μάνα στο σπίτι…
Όταν το μάθαινε πως δεν είχα μάθει την προσευχή!
Κοκκίνιζα από την αγωνία και τον φόβο.
Θόλωναν τα γυαλιά μου και δεν έβλεπα τίποτα. Ίδρωνα, ξεφυσούσα,αναψοκοκκίνιζα…
Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί… να εξαφανιστώ από προσώπου γης…
Εντωμεταξύ, όλη την προηγούμενη ώρα, μέχρι να φθάσει η σειρά μου, είχα τεντώσει τα αυτιά κι άκουγα όλα τα παιδιά, ένα- ένα, να λένε την προσευχή’συλλαβή προς συλλαβή.
Ολόκληρος είχα γίνει ένα ζευγάρι αυτιά.
Και μόνο άκουγα.
Κατακόκκινος με αγωνία.
“Πες, Περιβολαράκη, την προσευχή!” ακούστηκε η δασκάλα.
Έκλεισα τα μάτια κι άρχισα να τη λέω δυνατά.
Χωρίς να κομπιάσω καθόλου.
Απίστευτο!!!
Είχα μάθει την προσευχή κατά τη διάρκεια της ώρας.
Την ώρα που την έλεγαν οι άλλοι.
Όταν τελείωσα, ξεφύσησα ανακουφισμένος,
γεμάτος ικανοποίηση.
” Εύγε!” μου είπε η δασκάλα.
“Σήκω, να σβήσεις τον πίνακα!”.
Περιχαρής έτρεξα και τον έσβησα.
“Δημήτρη, την ήξερες πολύ καλά την προσευχή” μου ‘πε η δασκάλα.
“Κυρία”, της απάντησα ψιθυριστά, “ήμουν αδιάβαστος. Τώρα την έμαθα” , είπα κι έσκυψα το κεφάλι.
Με χάιδεψε στοργικά στο κεφάλι και χαμογέλασε μελαγχολικά.
Κάθισα στο θρανίο ταραγμένος.
Εκείνο το χάδι, το χάδι στο κεφάλι, το χάδι της κυρίας Μαίρης, της δασκάλας, δεν μπορώ να το ξεχάσω. Είναι αλησμόνητο!
Ήταν κάτι σαν ευλογία, σαν χειροτονία για ‘μένα.
Μια μεγάλη επιβράβευση.
Την επόμενη χρονιά η κυρία Μαίρη δεν ήταν στο σχολείο μας.
Στη Β’ Δημοτικού είχαμε την κυρία Διονυσία.
Το πρώτο καιρό, αναζητούσα την κυρία Μαίρη. Έψαχνα να την βρω. Νόμιζα ότι ήταν εκεί τριγύρω και ότι θα εμφανιζόταν, θα ερχόταν ξανά μαζί με εκείνο το χάδι, με εκείνη την ευλογία.
Αλλά δεν την βρήκα ποτέ ξανά.
Ούτε την κυρία Μαίρη, ούτε το χάδι της, ούτε την ευλογία της.
Ίσως το χάδι εκείνο να ‘ταν ο λόγος που έγινα καθηγητής.
Το κουβαλάω πάντα μέσα μου και προσπαθώ με τον τρόπο μου να το μεταδώσω στα παιδιά μας.
Δεν γνωρίζω αν τα καταφέρνω… Ίσως ποτέ να μην το μάθω…
Ξέρω όμως ότι προσπαθώ…
Εξάλλου, αυτό είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω να τους δώσω…
Κι ας έχω ξεχάσει εκείνη την πρώτη παιδική προσευχή…


