HomeΑρθρογραφίαΣτιγμές - Πεζά - ΧρονογραφήματαΤο τελευταίο όρθιο χαμόγελο – Γράφει ο Χρίστος Σοροβέλης Φιλόλογος – Συγγραφέας.

Το τελευταίο όρθιο χαμόγελο – Γράφει ο Χρίστος Σοροβέλης Φιλόλογος – Συγγραφέας.

Το τελευταίο όρθιο χαμόγελο – Γράφει ο Χρίστος Σοροβέλης Φιλόλογος – Συγγραφέας.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΡΘΙΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

 

Το κελί υγρό, γεμάτο από γιορτινές λέξεις που δεν χωρούσαν, έσπρωχναν τα κάγκελα και το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου μύρισε Άνοιξη. «Είστε έτοιμοι;» ακούστηκε μια αυταρχική φωνή κι όλοι γέλασαν. «Γεννηθήκαμε έτοιμοι, φίλε μας», απάντησε ο Νίκος, σχεδόν παιδί, σφίγγοντας τα χείλη του, σαν να δάγκωνε κάθε συλλαβή, και όλοι γέλασαν ξανά. Ο ουρανός χαμήλωσε εκείνο το βράδυ, λες και κατέβηκε να ακούσει τα τραγούδια και να χορέψει μαζί τους. Τα ρούχα τους κολλημένα από την υγρασία, τα μάτια τους καρφωμένα στα μάτια των άλλων, έβλεπαν το μέλλον που, αν κι άργησε, κάπου θα το ανταμώσουν, κάπου θα ξεφυτρώσει μέσα από τις ανάσες τους. Ένα βήμα πριν από την αθανασία, ένα βήμα πριν από τη νέα αρχή.

Ο δρόμος για τη νέα τους κατοικία ήταν λιγοστός, όπως λιγοστές ήταν κι οι ανάσες των στρατιωτών που τους συνόδευαν. «Μη φοβάστε, αδέλφια, για εμάς είστε αδέλφια ορφανά», τους φώναξε ο Ναπολέοντας, «δεν είμαστε επικίνδυνοι ακόμα. Θα το θυμηθείτε, μόλις φύγουμε…». Κανείς φρουρός δεν τολμούσε να τους κοιτάξει στα μάτια, γιατί δεν είχαν πια. Είχαν γίνει θάλασσα γαλήνια, έτοιμα για νέα ταξίδια που δεν είχαν ονειρευτεί πως θα ζούσαν. «Πόσο τυχερός είμαι που θα φύγω σε λίγο», είπε σχεδόν τραγουδιστά ο Κώστας, κι όλοι γέλασαν ξανά. Ένας Έλληνας διερμηνέας, χωρίς πρόσωπο, καλυμμένος από μια μαύρη κουκούλα, τους φώναξε: «Μα, είστε τρελοί; Γελάτε ακόμα και τώρα;». Κανείς τους δεν απάντησε. Σχεδόν σαν χορευτικός θίασος γέλασαν ξανά. Τα γερμανικά φορτηγά έτρεχαν να φτάσουν στον προορισμό, τα τραγούδια των φυλακισμένων έρρεαν τον δρόμο με γιασεμί, κι ο Μάης περίμενε να τους συναντήσει, να τους μυρίσει, να τους ακουμπήσει, για να συνεχίσει κι εκείνος να χαμογελά. Πρώτη φορά που η Άνοιξη ένιωσε την ανάγκη να κλέψει το άρωμα τους και να το σκορπίσει, να το χαρίσει.

Κατέβηκαν από τα γερμανικά φορτηγά, έβγαλαν τα πουκάμισά τους, άλλωστε τα άδεια πουκάμισα μόνο θλίψη προκαλούν, κοιτάχτηκαν ξανά βαθιά στα θαλάσσιά τους μάτια, έσπασε η σιωπή κι έπνιξε το βαθύ σκοτάδι του δειλού που κρυφοχαμογελούσε κρυμμένος πίσω από τους τοίχους της Καισαριανής. Κρυμμένος για να κλέψει, να πωλήσει τις στιγμές, σε χαρτί ξεθωριασμένο,  στην αγορά, στο παζάρι, φτηνά, όσο κόστιζε κι αυτός. Μα πού να χωρέσουν οι παλμοί του ουρανού; Πάντα κρυμμένος, όπως έμαθε να ζει, τόσα χρόνια, τόσους αιώνες και μόνο όταν δεν οφείλει να θυσιαστεί, τότε και μόνο εμφανίζεται σαν σωτήρας.

Τα όπλα σηκώθηκαν. Κανείς δεν έκλεισε τα μάτια. Λίγο πριν ακουστεί το πυρ, ένας αητός πέταξε τόσο κοντά στο Σκοπευτήριο που τρόμαξε τους εκτελεστές χωρίς πρόσωπο. Ακόμα και τα δέντρα κράτησαν την ανάσα τους κι ορκίστηκαν να μη λυγίσουν πριν έρθει η ώρα του μέλλοντος.

«Πυρ», ακούστηκε από τον αξιωματικό. Οι διακόσιοι έμειναν για λίγο όρθιοι, σαν δέντρα σε καταιγίδα, έπεσαν στη γη, χωρίς να λυγίσει το σώμα τους, κι ο ήχος ήταν τόσο δυνατός που η γη ράγισε από το βάρος τους, έσπασε τον αέρα, ακούστηκε σαν ένα νέο τραγούδι που κανείς δεν είχε ακούσει ως τότε. Τα σύννεφα χαμήλωσαν, σχεδόν σκυφτά, έτοιμα να τους αγκαλιάσουν⸱ τα φύλλα άνθισαν, έγιναν μύρος, πέταξαν πάνω από τα χαμηλά σπίτια των ανθρώπων, κέρασαν το άρωμα που έσταζε από το χαμόγελό τους, απλώθηκε στους δρόμους κι έγινε καθρέφτης.

Χρίστος Σοροβέλης

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.