Η Τραβιάτα β΄ μέρος – Γράφει η Λεύκη Σαραντινού.
Αμέσως μετά από την ολοκλήρωση του τραγουδιού που εξυμνεί τον έρωτα, η Βιολέττα αισθάνεται ξαφνικά μία αδιαθεσία- η πρώτη νύξη στο γεγονός ότι νοσεί από φθίση. Αμέσως διώχνει τους καλεσμένους
της στο διπλανό δωμάτιο κλείνοντας τις πόρτες και μένει, εν αγνοία της, μόνη μαζί με τον Αλφρέντο, ο οποίος έχει παραμείνει στο δωμάτιο ανησυχώντας για την υγεία της. Εκεί θα της εξομολογηθεί και πάλι τον
έρωτά της με το πανέμορφο «Un di felice eterea», αλλά εκείνη θα τον απορρίψει για ακόμη μία φορά. Ωστόσο, δεν μένει εντελώς ασυγκίνητη από την εξομολόγησή του, εφόσον δέχεται να τον συναντήσει και
πάλι την επόμενη ημέρα. Σε αντάλλαγμα για την «υποχώρησή» της αυτή, του ζητά να της πει ξανά πόσο πολύ την αγαπάει.
Εν τω μεταξύ οι καλεσμένοι αναχωρούν και η Βιολέττα μένει και πάλι μόνη. Στο τέλος της πρώτης πράξης και της βραδιάς αυτής, η Βιολέττα με δύο υπέροχες άριες περίτεχνων φωνητικών ακροβατισμών σε
πολύ ψηλές νότες ξεδιπλώνει μπροστά στους θεατές τον ψυχικό της κόσμο και ταλαντεύεται σχετικά με το αν θα πρέπει να ενδώσει στον έρωτα του Αλφρέντο, ο οποίος έχει αρχίσει να τη συγκινεί, αν και δεν θέλει
να το παραδεχτεί ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. Πρόκειται για τις άριες «E strano! E strano!» και «Sempre libera». Ενώ όμως αποφασίζει να προτιμήσει την ελεύθερη ζωή, η ανάμνηση της φωνής του Αλφρέντο, που της εξομολογείται τον έρωτά του, θα την κάνει τελικά να αφήσει την πρότερη άστατη ζωή της και να
επιλέξει τη συμβίωση με τον γοητευτικό νεαρό.
Η Δεύτερη Πράξη, επομένως, υποτίθεται πως λαμβάνει χώρα αφότου έχει μεσολαβήσει κάποιο χρονικό διάστημα από το πάρτι της Βιολέττας-συγκεκριμένα τρεις μήνες. Εδώ μεταφερόμαστε σε ένα μικρό
εξοχικό σπίτι στα περίχωρα του Παρισιού, όπου συζούν οι δύο εραστές. Ο Αλφρέντο αναλαμβάνει να κατατοπίσει τους θεατές σχετικά με αυτό μέσω δύο αριών (Lunge da lei per me non v’ ha diletto! και De’
miei bollenti spiriti), στις οποίες ομολογεί, για άλλη μία φορά πόσο παθιασμένα αγαπά τη Βιολέττα. Τη μοναξιά του διαταράσσει η υπηρέτρια της Βιολέττας, η Ανίνα, η οποία του αποκαλύπτει ότι έρχεται από το
Παρίσι, όπου η κυρά της την έστειλε για να πουλήσει την περιουσία της και έτσι να καταφέρουν να πληρώσουν τα έξοδά τους για να ζήσουν οι δύο εραστές. Ο Αλφρέντο γίνεται έξαλλος όταν το μαθαίνει και
τραγουδά την άρια «O mio rimorso», την οποία συνήθιζαν να παραλείπουν σε παλαιότερες εκτελέσεις της όπερας, όχι όμως και σήμερα. Αμέσως μετά φεύγει εσπευσμένα για το Παρίσι και η Βιολέττα μπαίνει στη
σκηνή.

Η ηρωίδα κάθεται και διαβάζει την πρόσκληση που της έστειλε η Φλώρα, καλώντας την σε έναν ακόμη χορό, αλλά την απορρίπτει ευθύς. Σε αυτή τη φάση τη βρίσκει ο πατέρας του Αλφρέντο, ο Τζόρτζιο
Ζερμόν, που αποφασίζει να την επισκεφθεί, εν αγνοία του γιου του, προκειμένου να την πείσει να τον εγκαταλείψει, αφού η παράνομη συμβίωση των δύο εραστών αποτελεί σκάνδαλο για την καθώς πρέπει
κοινωνία της εποχής. Επιπροσθέτως, ο πατήρ Ζερμόν προσπαθεί να συγκινήσει τη Βιολέττα με την άρια «Pura siccome un angelo», με την οποία της ανακοινώνει ότι, εκτός από τον Αλφρέντο, έχει και μία κόρη,
την οποία δεν θα μπορέσει να παντρέψει αν εκείνη δεν δεχτεί να αφήσει τον γιο του και αυτό γιατί κανένας γιος καλής οικογενείας δεν θα δεχτεί να παντρευτεί μία γυναίκα της οποίας ο αδελφός συζεί με μία γυναίκα ελευθέρων ηθών.
Η Βιολέττα του αντιτάσσει με την άρια «Non sapete quale affetto» ότι δεν έχει κανέναν άλλον στον κόσμο και ότι αγαπάει παθιασμένα τον Αλφρέντο, αλλά, εν τέλει, εκείνος καταφέρνει να τη μεταπείσει
λέγοντάς της πως συχνά οι άντρες είναι άστατοι και ότι ο έρωτας δεν κρατά για πάντα (Un di, quando le veneri). Έτσι αυτή θρηνεί για τον επικείμενο αποχωρισμό της από τον εραστή της, αλλά και τον θάνατό της
από τη φυματίωση, ο οποίος, όπως γνωρίζει πολύ καλά, δεν είναι μακριά. Τότε θα τραγουδήσει μία μελωδία που θυμίζει πένθιμο εμβατήριο το οποίο τραγουδά με φωνή μάρτυρα (Morro! La mia memoria). Ανάλογου τύπου πένθιμη μελωδία ο Βέρντι έγραψε μονάχα μία φορά ακόμη στη ζωή του, στην όπερα Αίντα, στην Τρίτη πράξη της όπερας, όπου η ηρωίδα θρηνεί τη μοίρα της στις όχθες του Νείλου για κάποια αντίστοιχη κατάσταση. Ζητά, επομένως, η Βιολέττα από τον πατήρ Ζερμόν να εκτιμήσει τη θυσία της και, αφού αυτός αναχωρεί, γράφει ένα γράμμα στον Αλφρέντο με πρόθεση να τον εγκαταλείψει για πάντα προτού εκείνος επιστρέψει από το Παρίσι. Δυστυχώς, όμως, δεν προλαβαίνει και αναγκάζεται να αποχαιρετήσει από κοντά τον εντελώς ανυποψίαστο Αλφρέντο, ο οποίος τη βλέπει να κλαίει δίχως να καταλαβαίνει τον λόγο. Εκεί λαμβάνει χώρα και μία από τις πιο δυνατές σκηνές της όπερας, στην οποία επαναλαμβάνεται το κυρίως ερωτικό θέμα από την πρώτη πράξη και η Βιολέττα εγκαταλείπει τον Αλφρέντο ζητώντας του να την αγαπάει τόσο πολύ όσο τον αγαπά και αυτή (Amami Alfredo).
Ο Αλφρέντο μένει μόνος, νομίζοντας πως η Βιολέττα έφυγε για το Παρίσι, αλλά ένας ταχυδρόμος του φέρνει το γράμμα της, με την ανάγνωση του οποίου εκείνος καταλαβαίνει πλέον πως η Βιολέττα τον
εγκατέλειψε οριστικά. Τότε εμφανίζεται μπροστά του ο πατέρας του και ο Αλφρέντο καταρρέει στην αγκαλιά του. Αυτή είναι η στιγμή που ο Τζόρτζιο Ζερμόν θα τραγουδήσει, σύμφωνα με πολλούς
μουσικοκριτικούς, το πιο υπέροχο «cantabile» 3 που ο Βέρντι έγραψε για βαρύτονο, το «Di Provenza il mar, il suol». Με αυτή την άρια ο Τζόρτζιο θέλει να επαναφέρει στην τάξη τον ξεμυαλισμένο Αλφρέντο που δεν είχε διστάσει, ως τότε, χάρη στον παθιασμένο έρωτά του για την εταίρα Βιολέττα, να εγκαταλείψει το πατρικό του και τους κανόνες διαβίωσης που επέβαλε η κοινωνική τους τάξη. Ο πατήρ Ζερμόν θα πει μία
ακόμα άρια, η οποία επίσης συνηθιζόταν να παραλείπεται σε παλαιότερες εκτελέσεις της όπερας, τη «No, non udrai rimpoveri». Ο Αλφρέντο όμως αγνοεί τον πατέρα του και, βλέποντας την πρόσκληση για το πάρτι της Φλώρας, αποφασίζει. γεμάτος οργή, να τρέξει να βρει τη Βιολέττα στο πάρτι προκειμένου να την εκδικηθεί που τον εγκατέλειψε έτσι ξαφνικά.
Η δεύτερη σκηνή της Δεύτερης Πράξης αποτελεί και πάλι μια μεγαλειώδη, πολυπληθή και εξωστρεφή χορευτική σκηνή, σε αντίθεση με την πλήρη εσωστρέφεια της πρώτης σκηνής. Μεταφερόμαστε
στο σπίτι της Φλώρας όπου λαμβάνει χώρα ένα πάρτι-μασκέ. Τη χορωδία αποτελούν γυναίκες μεταμφιεσμένες σε τσιγγάνες και άντρες που υποδύονται τους ταυρομάχους. Εδώ ακούγονται χοροί σε
ισπανικό στυλ με συνοδεία από ντέφια για να καταλήξουν τελικά σε μία σεγκουιντίγια. 4 Μέσα σε αυτό το χορευτικό κλίμα κάνει την είσοδό του ο Αλφρέντο για να βρει εκεί τη Βιολέττα
που συνοδεύεται στον χορό από τον αντίζηλό του στην καρδιά της, τον Βαρόνο Ντουφόλ. Ο Αλφρέντο παίζει χαρτιά και κερδίζει μονολογώντας πικραμένος ότι όποιος κερδίζει στα χαρτιά χάνει στην αγάπη. Η
Βιολέττα θρηνεί μονάχη της για τη χαμένη της αγάπη και την ατυχία που είχε να συναντήσει τον Αλφρέντο στον χορό, αλλά, συγχρόνως, αρπάζει την ευκαιρία να του μιλήσει και να προσπαθήσει να τον πείσει να
απομακρυνθεί από εκεί, διότι ο Βαρόνος Ντουφόλ δηλώνει πως θέλει να μονομαχήσει μαζί του. Μάταια, όμως, διότι ο Αλφρέντο, του οποίου ο εγωισμός είναι πληγωμένος, φωνάζει όλους τους καλεσμένους και
ταπεινώνει τη Βιολέττα δημοσίως αποκαλώντας τη φιλοχρήματη πόρνη και πετώντας πάνω της τα χρήματα που μόλις κέρδισε στα χαρτιά. Ωστόσο, οι καλεσμένοι τον αποδοκιμάζουν και τον διώχνουν, αφού δεν
θεωρούταν σωστό , σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, να προσβάλλει κάποιος μία γυναίκα δημοσίως. Τότε εμφανίζεται ο Τζόρζτιο Ζερμόν που επιπλήττει τον γιο του για την αχαρακτήριστη συμπεριφορά που
επέδειξε προς μία γυναίκα (Di sprezzo degno se stesso rende). Εκείνος μετανιώνει που παρασύρθηκε, ενώ η Βιολέττα μονολογεί πως όταν ο Αλφρέντο μάθει για τη θυσία της θα τη συγχωρήσει. Παράλληλα, η
χορωδία παρηγορεί τη Βιολέττα και έτσι τελειώνει και η Δεύτερη Πράξη. Το τέλος αυτό της Δεύτερης Πράξης μοιάζει αρκετά με εκείνο από το αντίστοιχο τέλος της Δεύτερης Πράξης από την όπερα «Οθέλλος»
του ίδιου συνθέτη, μια από τις τελευταίες του όπερες που έγραψε σε ηλικία 70 ετών. Εκεί η χορωδία παρηγορεί, όπως συμβαίνει και εδώ, την κεντρική ηρωίδα τη Δυσδαιμόνα μετά από τον εξευτελισμό της
από τον Οθέλλο. Ο Οθέλλος ζηλεύει θανάσιμα, αλλά και αγαπάει παθιασμένα τη Δυσδαιμόνα, όπως ακριβώς και ο Αλφρέντο τη Βιολέττα.

3 Τραγουδιστός.
4 Ισπανικό λαϊκό τραγούδι.
Ακολουθούν τα περίφημα «Πρελούντια της Τραβιάτα» στην αρχή της Τρίτης Πράξης, όπου επαναλαμβάνεται το μελαγχολικό θέμα της εισαγωγής στην όπερα και προοιωνίζεται και πάλι η τραγική
μοίρα της ηρωίδας. Η Τρίτη Πράξη διαδραματίζεται στον εσωτερικό χώρο του υπνοδωματίου της Βιολέττας, πάλι μετά από κάποιους μήνες που έχουν παρέλθει εν τω μεταξύ, με τη Βιολέττα να βρίσκεται
ετοιμοθάνατη στο κρεβάτι της με μόνη συντροφιά την πιστή της υπηρέτρια Ανίνα και τον γιατρό που την επισκέπτεται τακτικά. Και ενώ ο τελευταίος ανακοινώνει στην υπηρέτρια πως μονάχα λίγες ώρες ζωής
απομένουν στην ταλαιπωρημένη γυναίκα, εκείνη διαβάζει δυνατά για άλλη μία φορά το γράμμα που της έστειλε ο πατέρας του Αλφρέντο στο οποίο της ανακοίνωνε πως ο Βαρόνος Ντουφόλ πληγώθηκε μεν από
τον Αλφρέντο στη μονομαχία τους, αλλά τώρα ανακάμπτει πλέον από τα τραύματά του. Ο Τζόρτζιο ομολογεί επίσης στην επιστολή αυτή στη Βιολέττα ότι αποκάλυψε τελικά τη θυσία της στον γιο του και ότι
αυτός θα γυρίσει πίσω προκειμένου να την επισκεφθεί από το εξωτερικό όπου είχε καταφύγει. Η Βιολέττα, όμως, γνωρίζει κατά βάθος ότι είναι πλέον πολύ αργά για εκείνη και αναρωτιέται αν ο
Αλφρέντο θα την προλάβει ζωντανή, αφού ξέρει πως η υγεία της έχει επιδεινωθεί δραματικά. Τότε τραγουδά την περίφημη άρια «Addio del passato» με την οποία αποχαιρετά τις περασμένες χαρές της ζωής
της, που έχουν παρέλθει πλέον ανεπιστρεπτί. Σε αντίθεση με την ταραγμένη ψυχική της κατάσταση, η Βιολέττα παρακολουθεί από το παράθυρό της τον λαό του Παρισιού που γλεντά για τα καρναβάλια. Εδώ
ακούγεται, επομένως, η χορωδία για τελευταία φορά στην όπερα.
Ακριβώς τη στιγμή αυτή καταφτάνει επιτέλους ο Αλφρέντο και οι δύο εραστές αγκαλιάζονται με πάθος και τραγουδούν το γνωστό «Parigi o cara», ελπίζοντας πως θα μπορέσουν να αφήσουν το Παρίσι
προκειμένου να καταφύγουν σε ένα ζεστό μέρος για να ανθίσει και πάλι η υγεία της Βιολέττας. Όταν όμως εκείνη προσπαθεί να ντυθεί, χαρούμενη μετά από την επιστροφή του Αλφρέντο, και βλέπει ότι είναι πολύ
αδύναμη για να το πραγματοποιήσει, τότε απελπίζεται.
Εν τω μεταξύ, έρχεται ο πατέρας του Αλφρέντο, γεμάτος τύψεις, ενώ παρόντες στη σκηνή είναι επίσης ο γιατρός και η Ανίνα. Η Βιολέττα καταλαβαίνει ότι ο θάνατός της επίκειται και πως δεν πρόκειται
πλέον ποτέ να γίνει καλά, εφόσον μάλιστα, όπως μονολογεί η ίδια στον εαυτό της, ούτε το γεγονός ότι είδε τον Αλφρέντο δεν μπόρεσε να της χαρίσει τη ζωή. Προτρέπει, λοιπόν, τον αγαπημένο της να κρατήσει την
εικόνα της φυλαγμένη και να ξαναφτιάξει τη ζωή του με την άρια «Prendi, quest’ e l’immagine».Όταν οι πόνοι της αρρώστιας της σταματούν ξαφνικά, εκείνη πεθαίνει στην αγκαλιά του Αλφρέντο και η όπερα
φτάνει στο τέλος της.
Εν συνόλω, αποτιμώντας ξεχωριστά τους χαρακτήρες του έργου, μπορούμε να πούμε ότι η Βιολέττα, αν και φαίνεται εύθραυστη λόγω της αρρώστιας της, κατά βάθος είναι μία δυναμική γυναίκα που
δεν διστάζει να πάρει δύσκολες αποφάσεις και να θυσιαστεί για το καλό της οικογένειας του αγαπημένου της. Είναι μία γυναίκα που έχει μάθει να ζει δίχως αγάπη, εκτός από την ανιδιοτελή αγάπη που της δείχνουν οι φίλοι της, και που, όταν τελικά τη βρίσκει, αναγκάζεται και πάλι να την αφήσει πίσω της. Ο Αλφρέντο, από την άλλη, είναι ένας άντρας που αγαπά με πάθος. Είναι, όμως, επίσης και ένας
άντρας που οργίζεται εύκολα και παρασύρεται από τις περιστάσεις. Κατά βάθος, λοιπόν, δεν είναι τόσο δυνατός όσο φαίνεται.
Ο Τζόρτζιο Ζερμόν, ο πατέρας του Αλφρέντο είναι ο καταλύτης που επιτρέπει στην υπόθεση της όπερας να εξελιχθεί όπως τελικά εξελίσσεται και να έχει το αναμενόμενο τραγικό τέλος. Στην όπερα
παρουσιάζεται, φυσικά, ως ο «κακός» της υπόθεσης, ως η φωνή της λογικής και της τάξης που χωρίζει τελικά τους δύο εραστές προς προσωπικό του όφελος, η αλήθεια, όμως, είναι ότι η άρρωστη Βιολέττα θα
πέθαινε ούτως ή άλλως νέα. Απλά, δίχως την παρέμβαση του πατήρ Ζερμόν, θα είχε περάσει περισσότερο χρόνο με τον αγαπημένο της. Κατά βάθος, επομένως, ο Τζόρτζιο Ζερμόν δεν είναι παρά ένας τυπικός
άνθρωπος του καιρού του, ο οποίος αντιπροσωπεύει το συντηρητικό κατεστημένο της εποχής του, σε αντίθεση με τους δύο εραστές που δεν διστάζουν να αψηφήσουν τις κοινωνικές συμβάσεις.

Η Φλόρα, τέλος, είναι μία πιστή και καλή φίλη της Βιολέττας, όπως και η υπηρέτριά της, η Ανίνα. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο βέβαια και για τον Βαρόνο Ντουφόλ, ο οποίος φέρεται εγωιστικά και
κτητικά σε ό,τι αφορά την αγάπη που τρέφει για τη Βιολέττα. Εκδηλώνει, εν τέλει, τέτοια κτητικότητα και ζήλεια που φτάνει στο σημείο να μονομαχήσει χάριν της αγαπημένης του, όπως ακριβώς, βέβαια, κάνει και ο παρορμητικός και παθιασμένος Αλφρέντο.
Πολλές φημισμένες σοπράνι έχουν αναμετρηθεί κατά καιρούς με τον τόσο απαιτητικό φωνητικά ρόλο της Βιολέττας. Ο ρόλος της απαιτεί μία φωνή λυρικής κολορατούρας με μεγάλες όμως δραματικές
ικανότητες και επιδεξιότητα στο legato 5 και το recitativο 6 . Πρόκειται, εν ολίγοις, για έναν από τους πιο συναρπαστικούς ερμηνευτικά, αλλά και πιο πολυδιάστατους ρόλους στην ιστορία της όπερας. Οι ερμηνείες
της Μαρίας Κάλλας, της Τερέζα Στράτας, αλλά και της Τζόαν Σάδερλαντ έχουν αφήσει εποχή στον συγκεκριμένο ρόλο και στις μέρες μας κάθε καταξιωμένη σοπράνο φιλοδοξεί να τον ερμηνεύσει.
Εν κατακλείδι, η «Τραβιάτα» αποτέλεσε τομή στον χώρο του λυρικού θεάτρου, από κάθε άποψη και εξακολουθεί να παραμένει μία όπερα εξαιρετικά δημοφιλής μέχρι σήμερα. Φαίνεται δε ότι από όλες τους τις
όπερες ο ίδιος ο Βέρντι ξεχώριζε τη συγκεκριμένη, αν λάβουμε υπόψη μας, τουλάχιστον, την παρακάτω ρήση του ίδιου στη ερώτηση που του έθεσαν κάποτε σχετικά με το ποια όπερά του θεωρούσε ο ίδιος
καλύτερη: “… Αν θέλετε τη γνώμη ενός επαγγελματία θα έλεγα αμέσως ο «Ριγκολέττο», αν όμως θέλετε τη γνώμη ενός ερασιτέχνη τότε θα απαντούσα πως από όλα μου τα έργα προτιμώ την «Τραβιάτα»”.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-«Alphosine, Marie, Marguerite, Violetta and Giuseppe Verdi», του William Weaver
-Βέρντι, Η ζωή, το έργο, η εποχή του, Τραβιάτα, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος
-Verdi, La Traviata, το Βήμα, τέχνη
-Andras Batta, Sigrid Neef, Όπερα, Συνθέτες, έργα, ερμηνευτές, εκδ. Ελευθερουδάκης





