HomeΑρθρογραφίαΤέχνεςΜουσικήΗ Τραβιάτα – Γράφει η Λεύκη Σαραντινού.

Η Τραβιάτα – Γράφει η Λεύκη Σαραντινού.

Η Τραβιάτα – Γράφει η Λεύκη Σαραντινού.

 

 

Η Τραβιάτα είναι μία από τις πιο αγαπημένες όπερες παγκοσμίως για το κοινό του λυρικού μελοδράματος, αλλά και μία από τις πιο δημοφιλείς που έγραψε ο διάσημος Ιταλός συνθέτης Τζουζέπε
Βέρντι (1813-1901). Πιο συγκεκριμένα, μαζί με τον «Ριγκολέτο» και τον «Τροβατόρε», οι τρεις αυτές όπερες αποτελούν την αποκαλούμενη « λαϊκή Τριλογία» του, η οποία περιλαμβάνει τις γνωστότερες, ίσως,
από τις είκοσι έξι 1 συνολικά όπερες που έγραψε ο συνθέτης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, βέβαια, την έννοια του «λαϊκός» θα πρέπει να την ερμηνεύσουμε ως «οικουμενικός», εννοώντας ότι με αυτή του την
τριλογία ο Βέρντι θέλησε να αγγίξει κάθε είδους κοινό, δίχως να τίθεται κανένα όριο εθνικότητας ή κοινωνικής τάξης.

 

Η περίοδος συγγραφής της «Τραβιάτα», στις αρχές της δεκαετίας του 1850, βρίσκει τον Βέρντι στην πιο γόνιμη περίοδο της δημιουργίας του. Ως καταξιωμένος πλέον συνθέτης λυρικού μελοδράματος, ο
σαρανταεννιάχρονος Βέρντι είχε γνωρίσει ήδη την επιτυχία μέσα από τις, μεταξύ άλλων, όπερές του «Λομβαρδοί», «Ναμπούκο», «Λουίζα Μίλερ» και «Ριγκολέτο». Ήταν επόμενο, λοιπόν, το γνωστό έργο του
Αλέξανδρου Δουμά υιού «Η κυρία με τις καμέλιες», που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1848, κατά το έτος των μεγάλων ευρωπαϊκών επαναστάσεων, να μην αφήσει ασυγκίνητο τον καταξιωμένο τότε συνθέτη.
Το διάσημο αυτό έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Παρίσι τον Φλεβάρη του 1852 και ο συνθέτης είναι γνωστό ότι είχε παρευρεθεί στην πρεμιέρα του. Πρωταγωνίστρια στο θεατρικό αυτό έργο είναι η
Μαργαρίτα Γκωτιέ, μία εταίρα που διάγει βίο ανήθικο, για τα μέτρα της εποχής, στο Παρίσι και πεθαίνει τελικά από φυματίωση σε νεαρή ηλικία. Το πρότυπο για τη δημιουργία της ηρωίδας Μαργαρίτας Γκωτιέ ο
συγγραφέας το έλαβε από τη διάσημη εταίρα τη εποχής, η οποία πράγματι απεβίωσε από φυματίωση σε ηλικία μόλις 23 ετών, τη Μαρί Ντυπλεσσί.

 

Τζουζέπε
Βέρντι (1813-1901)

Η Μαρί Ντυπλεσσί διήγαγε βίο πολυτελή και ήταν τακτικός θαμών των κοσμικών σαλονιών, των χορών και των πάρτι της εποχής. Είχε πολλούς εραστές που συντηρούσαν τον πολυέξοδο βίο της προτού
αποβιώσει, εν τέλει, από τη φθίση, αυτή την τόσο ντροπιαστική τότε ασθένεια για τον κόσμο της «καλής κοινωνίας» της εποχής. Η Μαρί Ντυπλεσσί ήταν ασυνήθιστα όμορφη, ενώ εμφανιζόταν πάντοτε δημόσια
κρατώντας καμέλιες στο στήθος της, ένα λουλούδι ή σε μπουκέτο, εξού και το όνομα που της αποδόθηκε τελικά στο έργο του Δουμά. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο υιός Αλέξανδρος Δουμάς γνώριζε τη Μαρί
Ντυπλεσσί και είχε συνάψει ερωτική σχέση και ο ίδιος μαζί της όταν ήσαν και οι δύο είκοσι ετών. Στην «Κυρία με τις καμέλιες» η Μαργαρίτα Γκωτιέ ερωτεύεται τελικά τον νεαρό Αρμάν Ντυβάλ, ο
οποίος την πολιορκεί στενά στα αριστοκρατικά σαλόνια του Παρισιού, και αποφασίζει να συγκατοικήσει μαζί του σε ένα μικρό σπιτάκι έξω από το Παρίσι, αφήνοντας στην άκρη την έως τότε άσωτη και άστατη
ζωή της. Όμως, ο πατέρας του Αρμάν επισκέπτεται κρυφά από εκείνον τη Μαργαρίτα και την πείθει να τον εγκαταλείψει, φοβούμενος ένα ηθικό σκάνδαλο από αυτή την παράνομη συγκατοίκηση-έχει εξάλλου αυτός, εκτός από τον ρμάν, και τη μικρή αδελφή του, την οποία και θέλει να παντρέψει σύντομα. Έτσι αυτή αποφασίζει να φύγει, αφήνοντας ένα γράμμα στον εραστή της. Ο Αρμάν γίνεται έξαλλος όταν το διαβάζει και νομίζει ότι η Μαργαρίτα τον εγκαταλείπει εξαιτίας ενός άλλου άντρα. Όταν η παρεξήγηση λύνεται τελικά είναι πλέον αργά, καθώς η ήδη άρρωστη από φθίση Μαργαρίτα ξεψυχά στην αγκαλιά του πρώην εραστή της.

 

Η υπόθεση της «Τραβιάτα» του Τζουζέπε Βέρντι, αυτής που έχασε τον σωστό δρόμο, της «Παραστρατημένης» δηλαδή, όπως αποδίδεται συνήθως ο όρος από τα ιταλικά στα ελληνικά, είναι σχεδόν
ίδια με εκείνη του έργου του Δουμά. Το λιμπρέττο 2 για την όπερα ανέλαβε να φτιάξει ο Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε, ο οποίος είχε συνεργαστεί με τον συνθέτη χαρίζοντάς του τα λιμπρέττι για τις όπερες “Ernani”
1844,“I due Foscari”1844,”Macbeth”1847, “Il corsaro”1848, “Stiffelio”1850, “Rigoletto”1851.

 

1 Κάποιοι δέχονται ότι ο συνθέτης έγραψε 25 όπερες και άλλοι 27, ανάλογα με το ποιες συμπεριλαμβάνονται στην αρίθμηση.
2 Έτσι ονομάζεται η προσαρμογή ενός θεατρικού, συνήθως, κειμένου, για τη λυρική σκηνή.

 

Ο Βέρντι είχε απόλυτη συνείδηση των δυσκολιών που συνεπαγόταν η συγγραφή μίας όπερας, τόσο από άποψη θεματολογίας, όσο και από άποψη σκηνικών δυσκολιών. Η ανάδειξη μίας γυναίκας ελαφρών
ηθών σε απόλυτη ηρωίδα ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει σκάνδαλο στη συντηρητική και κομφορμιστική κοινωνία της εποχής, ενώ η εμφάνιση επί σκηνής των κλινικών συμπτωμάτων της φυματίωσης δεν θα
γινόταν δεκτή δίχως αποδοκιμασίες. Επιπροσθέτως, οι πολλές χορευτικές σκηνές και τα πολυτελή κουστούμια θα ανέβαζαν, το δίχως άλλο, αρκετά το όλο κόστος της παραγωγής. Εντούτοις, ο Βέρντι
φαινόταν αποφασισμένος να καινοτομήσει με το έργο αυτό, αν και γνώριζε πολύ καλά το ρίσκο που θα αναλάμβανε με τη συγγραφή της εν λόγω όπερας και των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε κατά τη
συγγραφή. Γράφει ο ίδιος χαρακτηριστικά σε επιστολή της 1 ης Ιανουαρίου 1853 στον Cesare De Santis: «Αναζητώ νέα θέματα, όμορφα, μεγαλειώδη, ποικιλόμορφα, τολμηρά… Στη Βενετία, πρόκειται να ανεβάσω
την Dame aux camellias, η οποία ίσως μετονομαστεί σε Traviata. Είναι ένα θέμα επίκαιρο. Κανείς άλλος συνθέτης δεν θα τολμούσε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο, λόγω των κουστουμιών εποχής και χιλίων άλλων
τέτοιων γελοίων ενδοιασμών. Όμως εγώ θα το κάνω, και μάλιστα με μεγάλη ευχαρίστηση».

Επίσης, η όπερα αυτή παρουσίαζε, συν τοις άλλοις, για τον Βέρντι αρκετές αυτοβιογραφικές συνδηλώσεις: δεν πρέπει να λησμονούμε ότι όταν ο Βέρντι έγραφε την «Τραβιάτα» συζούσε με τη διάσημη
τραγουδίστρια της εποχής, Τζουζεπίνα Στρεππόνι, την οποία εντέλει παντρεύτηκε το 1859, μόνο αφότου είχαν συζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα αστεφάνωτοι και ο συνθέτης είχε χωρίσει από την πρώτη του
σύζυγο Μαργαρίτα. Η Στρεππόνι είχε τραγουδήσει ως τότε πολλές φορές πρωταγωνιστικούς ρόλους στις όπερες του Βέρντι και από εκεί είχε προέλθει η γνωριμία του ζευγαριού.
Ο Βέρντι, επομένως, δήλωνε έτοιμος να αντιμετωπίσει τους μύδρους των κριτικών με τη συγγραφή της εν λόγω όπερας, όπως και πράγματι, τελικά έγινε. Η πρεμιέρα της όπερας έγινε στις 6 Μαρτίου του
1853 και ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον θρίαμβο του «Τροβατόρε», της όπερας που ο Βέρντι έγραφε ταυτόχρονα με την «Τραβιάτα» και είχε παρουσιαστεί στις 19 Ιανουαρίου του ίδιου έτους στη Ρώμη με
μεγάλη επιτυχία.

Η πρεμιέρα της «Τραβιάτα» στο θέατρο La Fenice της Βενετίας στέφθηκε με παταγώδη αποτυχία. Τον ρόλο της Βιολέττας ενσάρκωσε η Fanny Salvini-Doonateli, αν και τότε θεωρούνταν κάπως ακατάλληλη
για τον ρόλο-ήταν 38 ετών και κάπως μεγάλη για να υποδυθεί μία γυναίκα που πέθαινε από φυματίωση γύρω στα είκοσί της χρόνια. Τον ρόλο του Αλφρέντο ενσάρκωσε ο Lodovico Graziani, ενώ εκείνον του
πατέρα του ο Felice Varesi.

Οι συντηρητικοί κριτικοί και θεατές υποδέχτηκαν χλιαρά την όπερα με το τόσο προκλητικό θέμα, ενώ ο Βέρντι έμεινε να αναρωτιέται αν το φταίξιμο για το φιάσκο ήταν καθαρά δικό του ή των
πρωταγωνιστών. Ο ίδιος ο συνθέτης έγραψε μετά από την πρεμιέρα σε επιστολή προς τον εκδότη του, τον Τίτο Ροκόρντι: «Δυστυχώς θα πρέπει να σου αναγγείλω κακά νέα, αλλά δεν μπορώ να σου κρύψω την
αλήθεια. Η Τραβιάτα ήταν ένα φιάσκο. Μην ψάχνεις δικαιολογία», ενώ σε άλλη του επιστολή προς τον φίλο του, συνθέτη και μαέστρο Εμμανουέλε Μούτσιο έγραφε: «Η Τραβιάτα την περασμένη νύχτα ήταν μία
αποτυχία. Ήταν το φταίξιμο δικό μου ή των τραγουδιστών; Ο χρόνος θα δείξει».

Ωστόσο, ενδέχεται ο ίδιος ο Βέρντι να ήταν κάπως υπερβολικός στην αποτίμησή του σχετικά με την απήχηση της όπερας στο κοινό, αφού φαίνεται, τελικά, πως η πρώτη πράξη του έργου δεν είχε γίνει δεκτή
με απάθεια από το κοινό, αλλά, απεναντίας, χειροκροτήθηκε. Η δεύτερη και η τρίτη πράξη, ωστόσο, δεν είχαν την ίδια μοίρα, ίσως εξαιτίας των περιορισμένων φωνητικών ικανοτήτων του τενόρου και του
βαρύτονου. Η εφημερίδα Gazetta di Venezia, πάντως, δικαιώνοντας την κρίση του συνθέτη για την απήχηση που είχε η όπερα, φαίνεται να αποδοκίμασε κι εκείνη με τη σειρά της το καστ των
πρωταγωνιστών, δημοσιεύοντας την επομένη της πρεμιέρας το παρακάτω κείμενο: «Τρία πράγματα είναι απαραίτητα στην τέχνη της μουσικής: η φωνή, η φωνή και πάλι η φωνή! Για να
πούμε την αλήθεια δεν αξίζει τον κόπο να γράφει ο μαέστρος αριστουργήματα, αν δεν περιβάλλεται από άτομα ικανά να τα ερμηνεύσουν. Χθες το βράδυ ο Βέρντι είχε τη δυστυχία να μη διαθέτει άτομα με τις παραπάνω απαραίτητες αρετές… Έτσι, όλα τα μέρη, εκτός από εκείνα που ερμήνευσε η Σαλβίνι-Ντονατέλλι, δεν σημείωσαν καμία απολύτως επιτυχία…»

Εν τέλει, πάντως, ο χρόνος απέδειξε πως η τρίπρακτη όπερα του Βέρντι ήταν ένα αριστούργημα, από μουσικής τουλάχιστον απόψεως. Με το νέο ανέβασμά της έναν χρόνο αργότερα, στις 6 Μαΐου του 1854 στο
θέατρο San Benedetto της Βενετίας, ο συνθέτης γνώρισε επιτέλους την πολυπόθητη επιτυχία και με αυτή του την όπερα. Έκτοτε ακολούθησαν πολλές επιτυχημένες παραστάσεις της, τόσο στη ν Ιταλία όσο και στο
εξωτερικό, ενώ σήμερα «Η Τραβιάτα» έχει φτάσει να θεωρείται μία από τις πιο πολυπαιγμένες όπερες παγκοσμίως.

Η συγκεκριμένη όπερα ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα στον εσωτερικό -ιδιωτικό κόσμο και ψυχισμό της ηρωίδας και τον εξωτερικό –δημόσιο βίο. Αυτό είναι εμφανέστατο στις συνεχείς εναλλαγές δημοσίου
και ιδιωτικού χώρου στις πράξεις και τις σκηνές της όπερας.

Η υπόθεση της όπερας διαδραματίζεται στο Παρίσι και τα περίχωρά του περί το 1700, σύμφωνα με κάποιους μελετητές και γύρω στο 1800-1850 σύμφωνα με κάποιους άλλους, είναι δηλαδή σύγχρονη με τον
χρόνο συγγραφής της. Η δεύτερη εκδοχή είναι και η πιθανότερη. Μάλιστα, υπάρχει η άποψη ότι η Πρώτη Πράξη λαμβάνει χώρα τον Αύγουστο του 1850, η Δεύτερη τον Γενάρη του 1851 και η Τρίτη τον Φλεβάρη
της ίδιας χρονιάς.

Πρωταγωνίστρια είναι η Βιολέττα Βάλερύ, εταίρα πολυτελείας του Παρισιού, ρόλος που δίνεται συνήθως σε λυρικο-δραματική σοπράνο κολορατούρα. Η φίλη της Βιολέττας, Φλόρα Μπερβουά είναι
ρόλος που επίσης δίνεται σε σοπράνο ή και σε μέτζο-σοπράνο κάποιες φορές, σε αντίθεση με την Αννίνα, την υπηρέτρια της Βιολέττας, που είναι καθαρά ρόλος για μέτζο-σοπράνο. Ο Αλφρέντο Ζερμόν, ο εραστής
της Βιολέττας απαιτεί φωνή για λυρικό τενόρο και εκείνος του πατέρα του Τζιόρτζιο για βαρύτονο. Ο Γκαστόν, υποκόμης του Λετονιέρ και φίλος του Αλφρέντο είναι επίσης τενόρος, ενώ ο Βαρόνος Ντουφόλ, ο
προστάτης της Βιολέττας, ρόλος επίσης για βαρύτονο. Μπάσος είναι ο φίλος της Φλόρας, ο Μαρκήσιος ντ’ Ομπινύ, όπως και ο γιατρός Γκρενβίλ. Τέλος, τον ελάσσονα ρόλο του Τζουζέππε, του υπηρέτη της
Βιολέττας, τον ενσαρκώνει τενόρος, ενώ ένας βαρύτονος υποδύεται τον υπηρέτη της Φλόρας και ένας μπάσος τον ταχυδρόμο. Τη χορωδία απαρτίζουν οι φίλοι και οι υπηρέτες της Βιολέττας και της Φλώρας,
ενώ στην αρχή της τρίτης πράξης χορωδία είναι ο λαός του Παρισιού. Η ορχήστρα είναι συνηθισμένου μεγέθους για τα μέτρα της εποχής και για τις όπερες του Βέρντι. Αποτελείται εκτός από τα βασικά έγχορδα-βιολιά, βιόλες, βιολοντσέλα και κοντραμπάσα- και από δύο κλαρινέτα, όμποε, φλάουτα, πίκολα, φαγκότα, κόρνα, τρομπέτες και τρομπόνια. Από κρουστά η ορχήστρα περιλαμβάνει τυμπάνια, μία μεγάλη κάσα, τρίγωνο, κύμβαλα, ενώ από άλλα όργανα υπάρχει ακόμη άρπα και μπάσο τρομπόνι.

Η εισαγωγή της όπερας, που αποτελείται, όπως πάντα, από γνωστά θέματα παρμένα από όλο το έργο, αρχίζει με μία μελωδία αργή και μελαγχολική, η οποία επανέρχεται στην αρχή της Τρίτης Πράξης του
έργου και αντικατοπτρίζει τον εσωτερικό ψυχισμό της Βιολέττας. Η μελωδία αυτή προοιωνίζει σαφέστατα την τραγική κατάληξη της ηρωΐδας.Η αρχή της Πρώτης Πράξης, σε αντίθεση με το μελαγχολικό τόνο της εισαγωγής, ξεχειλίζει από εξωστρέφεια και είναι γεμάτη από χορευτικές μελωδίες, όπως βαλς, γκαλόπ και πόλκες. Η εναρκτήρια σκηνή διαδραματίζεται στο σαλόνι του σπιτιού της νεαρής Βιολέττας, η οποία γιορτάζει την επιστροφή της στην κοσμική ζωή μετά από μία σοβαρή κρίση φυματίωσης. Παρόντες είναι οι καλεσμένοι της Βιολέττας, τους οποίους αντιπροσωπεύει η χορωδία, αλλά και οι φίλοι της: η Φλώρα και ο Μαρκήσιος, ο Γκαστόνε, καθώς και ένας νεαρός από την επαρχία, ο Αλφρέντο, ο οποίος δηλώνει ερωτευμένος με τη Βιολέττα. Εκείνη τον ειρωνεύεται για την αφοσίωση που επιδεικνύει προς το πρόσωπό της, αλλά ακούει ευχαρίστως ένα τραγούδι που εκείνος θα αυτοσχεδιάσει για χάρη της εκείνη την ώρα. Έτσι ακούγεται το διάσημο «Brindisi» της «Τραβιάτα», ίσως η πιο γνωστή μελωδία της όπερας στο μη ειδήμον κοινό. Εκείνη, ωστόσο, απαντά στο ερωτικό τραγούδι του Αλφρέντο με μια παιχνιδιάρικη και επιτηδευμένη μελωδία (Ah, se vio e ver fuggitemi).

Συνεχίζεται…

 

  

Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.