Πρώτη ιστορία

Πρώτη ιστορία

 

 

Η γυναίκα που θυμόταν τη θάλασσα

Γράφει η Σουζάνα Παπαφάγου , Κλινική – Αναπτυξιακή Ψυχολόγος, Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια.

 

Ετοίμασα ένα διήγημα-παιχνίδι για όλες τις μάγισσες που συνάντησα στη ζωή μου. Για εκείνες που οι άνθρωποι φοβήθηκαν, αγάπησαν, καταδίκασαν ή προσπάθησαν να εξαφανίσουν. Και για τις μάγισσες που κουβαλάμε μέσα μας.

Θα ταξιδέψουμε σε θρυλικούς τόπους της Ελλάδας, θα αναζητήσουμε ξεχασμένες ιστορίες, θα συναντήσουμε γυναίκες που επιστρέφουν από άλλες ζωές και γάτες που θυμούνται όσα οι άνθρωποι ξέχασαν.

Κάθε ιστορία θα κρύβει ένα μυστικό. Κι εσείς θα γίνετε μέρος της.

Μέχρι τα Χριστούγεννα θα ξετυλίγουμε μαζί το κουβάρι.

Τι λέτε; Πάμε;

Κόκκινη κλωστή δεμένη,
στην ανέμη τυλιγμένη,
δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει,
παραμύθι ν’ αρχινίσει…

 

Χανιά, Κρήτη. Μια μαύρη γάτα, μια γυναίκα που επιστρέφει και ένα μυστικό που η θάλασσα κράτησε περισσότερο από έναν αιώνα.

Λένε πως οι γάτες είναι εφτάψυχες.

Κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να ρωτήσει τι θυμούνται από τις προηγούμενες ζωές τους. Ποιους αγάπησαν, ποιους έχασαν και πόσες φορές χρειάστηκε να επιστρέψουν στον κόσμο για να διορθώσουν ένα λάθος.

Η μαύρη γάτα που τριγυρνούσε εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα στα σοκάκια των Χανίων βρισκόταν ήδη στην έβδομη ζωή της.

Τις έξι προηγούμενες τις είχε περάσει κοντά σε γυναίκες.

Γυναίκες που γνώριζαν τα βότανα και τις ιδιότητες των φυτών. Που ξεγεννούσαν παιδιά, διάβαζαν γράμματα, αγαπούσαν άλλες γυναίκες, αρνούνταν γάμους, μιλούσαν όταν έπρεπε να σωπάσουν.

Τις είχαν ονομάσει μάγισσες.

Η γάτα γνώριζε πως οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν αυτή τη λέξη κάθε φορά που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν τη δύναμη μιας γυναίκας.

Εκείνη όμως ήξερε κάτι περισσότερο.

Μερικές ήταν πράγματι μάγισσες.

Και μία από αυτές είχε επιστρέψει.

Η Ερατώ έφτασε στα Χανιά στις 17 Οκτωβρίου.

Ήταν τριάντα επτά χρονών, συντηρήτρια παλιών βιβλίων και είχε περάσει σχεδόν ολόκληρη την ενήλικη ζωή της προσπαθώντας να καταλάβει ένα όνειρο.

Έβλεπε τον εαυτό της να βρίσκεται μέσα στη θάλασσα.

Δεν πνιγόταν αμέσως.

Πρώτα άκουγε μια γυναίκα να φωνάζει το όνομά της. Ύστερα αισθανόταν κάτι βαρύ να τραβά τα πόδια της προς τον βυθό.

Και λίγο πριν ξυπνήσει, έβλεπε δύο κίτρινα μάτια να την παρακολουθούν από την επιφάνεια.

Το όνειρο είχε αρχίσει όταν ήταν έξι χρονών.

Η μητέρα της την πήγαινε τότε σε γιατρούς. Εκείνοι μιλούσαν για νυχτερινούς τρόμους, άγχος αποχωρισμού, παιδική φαντασία.

Στα δεκατέσσερα, η Ερατώ σταμάτησε να μιλά γι’ αυτό.

Στα είκοσι πέντε άρχισε να ζωγραφίζει τη γυναίκα που άκουγε στο όνειρό της.

Στα τριάντα επτά αποφάσισε να επισκεφθεί την πόλη που έβλεπε κάθε φορά λίγο πριν βυθιστεί.

Τα Χανιά.

 

Το δωμάτιο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο ενός παλιού σπιτιού, πίσω από το ενετικό λιμάνι.

Η ιδιοκτήτρια λεγόταν Δέσποινα. Ήταν μια μικρόσωμη γυναίκα με γκρίζα μαλλιά πλεγμένα σε μακριά κοτσίδα.

Όταν αντίκρισε την Ερατώ, έμεινε ακίνητη.

«Έχουμε ξανασυναντηθεί;» τη ρώτησε.

«Δεν νομίζω».

Η Δέσποινα άγγιξε το μικρό σημάδι πάνω από το αριστερό φρύδι της επισκέπτριάς της.

«Παράξενο».

Ύστερα της έδωσε το κλειδί.

«Το παράθυρο βλέπει στη θάλασσα. Μόνο να το κλείνεις μετά τα μεσάνυχτα».

«Γιατί;»

«Εδώ οι παλιοί λέγανε πως η θάλασσα επιστρέφει ό,τι της εμπιστεύτηκαν. Κάποτε χρειάζεται εκατό χρόνια. Κάποτε περισσότερα».

Η Ερατώ χαμογέλασε αμήχανα.

«Και τι σας επέστρεψε;»

Η ηλικιωμένη κοίταξε τη βαλίτσα της.

«Θα δούμε».

 

Εκείνη τη νύχτα η Ερατώ ξύπνησε από τρία χτυπήματα στο τζάμι.

Μια μαύρη γάτα καθόταν στο περβάζι.

Είχε ένα μικρό λευκό μισοφέγγαρο στον λαιμό.

Η Ερατώ άνοιξε το παράθυρο.

«Εσύ πώς βρέθηκες εδώ;»

Η γάτα πήδηξε στο δωμάτιο, περπάτησε μέχρι το κρεβάτι και ακούμπησε το κεφάλι της στο χέρι της γυναίκας.

Η Ερατώ ένιωσε ένα ρίγος.

Για μια στιγμή είδε κάτι που δεν υπήρχε.

Ένα δωμάτιο φωτισμένο με κεριά.

Μια ξύλινη κούνια.

Αίμα πάνω σε λευκά σεντόνια.

Και την ίδια γάτα να κάθεται δίπλα σε μια γυναίκα που γεννούσε.

Τράβηξε απότομα το χέρι της.

Η εικόνα χάθηκε.

Η γάτα παρέμεινε ακίνητη.

Είχε περιμένει εκατόν τριάντα τρία χρόνια για αυτό το άγγιγμα.

 

Το πρωί η Ερατώ βρήκε έναν φάκελο κάτω από την πόρτα.

Μέσα υπήρχε μια παλιά φωτογραφία.

Επτά γυναίκες στέκονταν μπροστά σε ένα πέτρινο σπίτι. Η μία κρατούσε ένα βρέφος. Μια άλλη είχε τα χέρια της ακουμπισμένα στους ώμους ενός μικρού κοριτσιού.

Στα πόδια τους καθόταν μια μαύρη γάτα.

Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας ήταν γραμμένες τέσσερις λέξεις και μια ημερομηνία.

Χανιά, 1893.

Η όγδοη δεν πνίγηκε.

Η Ερατώ γύρισε ξανά τη φωτογραφία.

Το πρόσωπο της γυναίκας που κρατούσε το βρέφος ήταν ίδιο με το δικό της.

Ακόμη και το σημάδι πάνω από το φρύδι.

Κοίταξε τη γάτα.

«Ποια είναι αυτή;»

Το ζώο σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Η Ερατώ την ακολούθησε.

 

Περπάτησαν στα στενά της παλιάς πόλης. Πέρασαν κάτω από μπαλκόνια με γιασεμιά, δίπλα από κλειστά ξύλινα παραθυρόφυλλα και αυλές όπου οι γλάστρες είχαν μεγαλώσει περισσότερο από τους ανθρώπους που τις φρόντιζαν.

Η γάτα σταμάτησε μπροστά σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι.

Η πόρτα ήταν βαμμένη μπλε.

Στο πάνω μέρος της υπήρχε χαραγμένο ένα μικρό φίδι που δάγκωνε την ουρά του.

Η Ερατώ άγγιξε το σύμβολο.

Και θυμήθηκε.

 

Το 1893 την έλεγαν Αργυρώ.

Ήταν είκοσι εννέα χρονών και ζούσε σε εκείνο το σπίτι μαζί με την κόρη της, τη μικρή Μαριάνθη.

Ο άντρας της είχε πεθάνει από πυρετό τρία χρόνια νωρίτερα. Από τότε η Αργυρώ ζούσε βοηθώντας γυναίκες να γεννήσουν.

Γνώριζε τα βότανα, τα καταπλάσματα, τις παλιές πρακτικές των μαιών. Είχε μάθει από τη μητέρα της και εκείνη από τη δική της.

Οι γυναίκες την αναζητούσαν κρυφά.

Άλλες για να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί.

Άλλες επειδή φοβούνταν να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

Κάποιες έφταναν με μελανιές.

Η Αργυρώ τις περιποιούνταν, τους έδινε φαγητό και, όταν χρειαζόταν, τις έκρυβε.

Επτά γυναίκες είχαν βρει καταφύγιο στο σπίτι της εκείνη τη χρονιά.

Μία από αυτές ήταν η γυναίκα του ισχυρότερου εμπόρου της περιοχής.

Είχε φτάσει νύχτα, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα νεογέννητο κορίτσι.

Ο άντρας της είχε απαιτήσει να του παραδώσουν το παιδί. Είχε ήδη αποφασίσει πως η γυναίκα του ήταν ακατάλληλη να το μεγαλώσει.

Η Αργυρώ αρνήθηκε να τους προδώσει.

Τρεις ημέρες αργότερα, ο έμπορος εμφανίστηκε στην πόρτα της με δύο άντρες.

Την κατηγόρησε πως μάγευε τις γυναίκες, τις έστρεφε εναντίον των συζύγων τους και έκρυβε παιδιά που δεν της ανήκαν.

Εκείνο το βράδυ την έδεσαν.

Της πήραν τη Μαριάνθη.

Και την οδήγησαν στη θάλασσα.

«Αν είσαι μάγισσα», της είπε ο έμπορος, «σώσε τον εαυτό σου».

Της έδεσαν μια πέτρα στα πόδια.

Η Αργυρώ κοίταξε για τελευταία φορά την ακτή.

Εκεί, ανάμεσα στα βράχια, στεκόταν η μαύρη γάτα της.

Δεν φοβήθηκε τον θάνατο όσο φοβήθηκε πως η κόρη της θα μεγάλωνε πιστεύοντας ότι η μητέρα της την εγκατέλειψε.

Πριν τη ρίξουν στο νερό, πρόλαβε να ψιθυρίσει:

«Να της πείτε πως γύρισα».

Κανείς δεν το έκανε.

 

Η Ερατώ σωριάστηκε στα σκαλιά του εγκαταλειμμένου σπιτιού.

Τα χέρια της έτρεμαν.

Είχε δει τα πάντα.

Τη μικρή Μαριάνθη να κλαίει.

Τη θάλασσα να κλείνει πάνω από το κεφάλι της.

Τη γάτα να περιμένει στην ακτή.

Και κάτι ακόμη.

Κάτι που δεν υπήρχε στο όνειρό της.

Είχε δει μια γυναίκα να πλησιάζει κρυφά τη θάλασσα εκείνη τη νύχτα.

Μια γυναίκα που κρατούσε μαχαίρι.

Είχε κόψει το σκοινί που έδενε την πέτρα στα πόδια της Αργυρώς.

Η Αργυρώ είχε καταφέρει να βγει στην ακτή.

Δεν είχε πνιγεί.

Τότε ποιος την είχε σκοτώσει;

 

«Άργησες».

Η φωνή ακούστηκε πίσω της.

Η Δέσποινα στεκόταν στην είσοδο της αυλής.

Στα χέρια της κρατούσε ένα μικρό ξύλινο κουτί.

«Η γιαγιά μου το άφησε στη μητέρα μου. Η μητέρα μου σε μένα. Είχαμε μια υπόσχεση να κρατήσουμε».

Η Ερατώ σηκώθηκε.

«Ποια υπόσχεση;»

«Να περιμένουμε τη γυναίκα που θα επέστρεφε με τη γάτα».

Άνοιξε το κουτί.

Μέσα υπήρχε ένα παιδικό βραχιόλι, μια κόκκινη κλωστή και ένα γράμμα.

Το χαρτί ήταν κιτρινισμένο.

Η Ερατώ αναγνώρισε αμέσως τον γραφικό χαρακτήρα.

Δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ στη σημερινή της ζωή.

Κι όμως, τον γνώριζε.

Ήταν δικός της.

«Στη Μαριάνθη μου.

Αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, σημαίνει πως κάποιος κράτησε την υπόσχεσή του.

Εκείνο το βράδυ σώθηκα από τη θάλασσα. Δεν μπόρεσα όμως να επιστρέψω κοντά σου.

Υπήρχε ένας άνθρωπος που γνώριζε ότι ήμουν ζωντανή.

Και αυτός ο άνθρωπος με σκότωσε.

Αν κάποτε γυρίσω, θέλω να μάθω αν με θυμήθηκες.

Η μητέρα σου, Αργυρώ».

Η Ερατώ διάβασε το γράμμα ξανά.

Και ξανά.

«Ποιος τη σκότωσε;» ρώτησε.

Η Δέσποινα δεν απάντησε.

Έδειξε τη γάτα.

«Εκείνη ξέρει».

 

Το ίδιο βράδυ η Ερατώ επέστρεψε στο δωμάτιό της.

Η μαύρη γάτα καθόταν στο περβάζι.

Έξω, η θάλασσα είχε σκοτεινιάσει.

Η γυναίκα πήρε τη φωτογραφία και την ακούμπησε δίπλα στο γράμμα.

«Εσύ ήσουν εκεί», της είπε.

Η γάτα την κοίταξε.

«Είδες ποιος τη σκότωσε».

Η γάτα ανοιγόκλεισε αργά τα μάτια της.

Και τότε, για πρώτη φορά, η Ερατώ άκουσε τη φωνή της.

Ήταν γυναικεία, βαθιά και τόσο παλιά που έμοιαζε να έρχεται μέσα από τη θάλασσα.

«Ξέρω ποιος σε σκότωσε, Αργυρώ. Ξέρω και πού βρίσκεται σήμερα».

Η Ερατώ δεν μπορούσε να κινηθεί.

«Πες μου».

«Πριν σου πω, πρέπει να διαλέξεις».

Η γάτα πήδηξε στο πάτωμα.

Η κόκκινη κλωστή άρχισε να ξετυλίγεται μόνη της από το ξύλινο κουτί.

«Μπορώ να σου επιστρέψω όλες τις αναμνήσεις. Θα θυμηθείς ποιος σε πρόδωσε, πώς πέθανες και τι απέγινε η κόρη σου. Θα θυμηθείς όμως και όλο τον πόνο. Θα τον κουβαλάς όσο ζεις».

Η Ερατώ αισθάνθηκε το δωμάτιο να παγώνει.

«Και η άλλη επιλογή;»

«Να φύγεις αύριο. Να ξεχάσεις το σπίτι, τη φωτογραφία, το γράμμα. Να συνεχίσεις τη ζωή σου χωρίς να μάθεις ποτέ την αλήθεια».

«Και εσύ;»

Η γάτα γύρισε προς το παράθυρο.

«Εγώ θα συνεχίσω να θυμάμαι».

Η Ερατώ κοίταξε το γράμμα.

Έξω ακούστηκε το κύμα να χτυπά τα πέτρινα θεμέλια του λιμανιού.

Και τότε, μέσα από το ξύλινο κουτί, ακούστηκε μια παιδική φωνή.

«Μαμά;»

 

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η Ερατώ έχει δύο επιλογές.

Α. Η μνήμη

Να θυμηθεί τα πάντα. Να ανακαλύψει ποιος τη σκότωσε, τι απέγινε η κόρη της και να αναζητήσει δικαιοσύνη, ακόμη κι αν χρειαστεί να ξαναζήσει όλο τον πόνο.

Β. Η λήθη

Να αφήσει το παρελθόν θαμμένο. Να επιστρέψει στη ζωή της χωρίς τις αναμνήσεις και χωρίς να μάθει ποτέ τι πραγματικά συνέβη.

Εσείς τι θα επιλέγατε; Α ή Β;

Και ένα ερώτημα που θα ήθελα να κρατήσετε:

Πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος όταν δεν γνωρίζει την ιστορία του;

Η γάτα περιμένει την απάντησή σας.

Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη…

Συνεχίζεται.

 

Σουζάνα Παπαφάγου

Κλινική & Αναπτυξιακή Ψυχολόγος

Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια | Αναλύτρια Ομάδας | Θεραπεύτρια Ζεύγους & Οικογένειας

 

 

Σουζάνα Παπαφάγου is free today. But if you enjoyed this post, you can tell Σουζάνα Παπαφάγου that their writing is valuable by pledging a future subscription. You won’t be charged unless they enable payments.

Εφόσον επιθυμείτε  κάνετε εγγραφή εδώ:

https://spsychotherapy.substack.com/account?original_app=&free_signup_confirmation=true

 

Σουζάνα Παπαφάγου , Κλινική – Αναπτυξιακή Ψυχολόγος, Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια.

Σπούδασα στην Ιταλία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Ψυχολογίας της Πάρμα, στο πενταετές πρόγραμμα ‘Αναπτυξιακή Κλινική Ερευνητική Ψυχολογία’.Επέστρεψα στην Ελλάδα αφού ολοκλήρωσα μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τίτλο  «οικογενειακή θεραπεία και σεξουαλική διαφορετικότητα » και ξεκίνησα αμέσως πενταετή εκπαίδευση στην Ελληνική Εταιρία Αναλυτικής Ομαδικής και Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας, όπου πια είμαι τακτικό μέλος.

Το 2011 ξεκίνησα να παρακολουθώ  εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Ινστιτούτο Ψυχοδράματος Αθηνών για 4 χρόνια.Έχω παρακολουθήσει και ολοκληρώσει εκπαιδευτικά σεμινάρια στην Ελληνική Ψυχοσωματική Εταιρία και συνεχίζω να καταπιάνομαι με εκπαιδεύσεις και εποπτικές συνεδρίες.Τα τελευταία 10 χρόνια έχω υπάρξει επιστημονικός συνεργάτης στο Αιγινήτειο νοσοκομείο ως ομαδική αναλύτρια στο Τμήμα Διαταραχής Προσωπικότητας.

Το 2008 ξεκίνησα να εργάζομαι ιδιωτικά στο γραφείο μου με οικογένειες, ζευγάρια, ομάδες και ατομικά (ενήλικες, εφήβους και παιδιά,).Το 2018 ονειρεύτηκα να δημιουργήσω έναν χώρο θεραπείας και τέχνης, όπου θα συνεχίσω να δουλεύω ατομικά και ομαδικά μέσω της αναλυτικής ψυχοθεραπείας αλλά θα πραγματοποιούνται παράλληλα, ομάδες ζωγραφικής και Πύλου κυρίως (σε συνεργασία με καλλιτέχνες), ομάδες δημιουργικής γραφής, ομάδες συμβουλευτικής γονέων και δραστηριότητες για όλη την οικογένεια.

Το όνειρό μου ξεκινά να ζωντανεύει σε μια δύσκολη περίοδο, της πανδημίας, μιας και «αναγκάστηκα» να αλλάξω χώρο λόγο τετραγωνικών (έπρεπε να μεταφερθώ, μετά τα 13 χρόνια, σε μεγαλύτερο χώρο).Από το 2013 γράφω στο περιοδικό Τaλκ (περιοδικό για γονείς), αναπτύσσοντας κυρίως ψυχολογικά θέματα, και μιλώ για την ευεργετική ιδιότητα των βιβλίων μέσα από τη στήλη μου «Μια ψυχολόγος διαβάζει βιβλία ».

θα με βρείτε στο https: www.humansoulroots.com

ΣΟΥΖΑΝΑ ΤΖ. ΠΑΠΑΦΑΓΟΥ
ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΠΑΝ/ΜΙΟΥ ΠΑΡΜΑΣ
ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΡΙΑ
Επιστημονικός συνεργάτης στο τμήμα Διαταραχών προσωπικότητας Α’ ψυχιατρικής κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: https://www.storytellinghumans.com -Σουζάνα Παπαφάγου.

Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.