Κλείσε με στα Τείχη και ξέχασέ με – Γράφει ο Χρίστος Σοροβέλης Φιλόλογος – Συγγραφέας.
Κλείσε με στα Τείχη και ξέχασέ με
Τείχη
|
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη· διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον. Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω. Κ.Π. Καβάφη, Τα ποιήματα Α’ (1897-1918), Νέα έκδοση του Γ.Π. Σαββίδη, 10η έκδοση, Ίκαρος 2007. |
Το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη γράφτηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1896 και τυπώθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1897, σε δίγλωσση έκδοση, μεταφρασμένο στα αγγλικά από τον αδελφό του, τον Τζων. Σύμφωνα με το περιεχόμενό του θα μπορούσε να τοποθετηθεί στα λεγόμενα διδακτικά – φιλοσοφικά ποιήματα. Είναι γραμμένο σε ιαμβική μορφή, ανήκει στην παραδοσιακή ποίηση, διαιρείται σε τέσσερα δίστιχα κι η ομοιοκαταληξία είναι πλεκτή (ανά δύο δίστιχα). Η γλώσσα είναι δημοτική με αρκετούς τύπους της καθαρεύουσας κι η σύνταξη έχει επιρροές από την αρχαία ελληνική (στον 5ον στίχο το ρήμα έχει τοποθετηθεί στο τέλος).
Τείχη; Ποια τείχη θα αναρωτηθεί ένας αναγνώστης που δεν είναι ακόμα εξοικειωμένος, σ’ έναν βαθμό, με την καβαφική ποίηση. Αρχικά ο ποιητής αναφέρει πως κάποιοι έχτισαν τείχη, χωρίς να ενεργήσουν με σύνεση, αλλά με αναλγησία, με αμοραλισμό. Όμως, τίθενται δύο ερωτήματα: ποιοι τα έχτισαν και γιατί συνέβη κάτι τέτοιο; Ο εγκλωβισμός που δημιουργήθηκε αφορά όλους ή μόνο τον ίδιο; Μήπως αφορά όλους, αλλά κάποιοι ευαίσθητοι το συνειδητοποίησαν σχεδόν αμέσως; Κι όμως. Κι αυτοί οι λίγοι άργησαν, δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία σε όσα σχεδίαζαν κάποιοι και αδράνησαν. Δεν άκουσαν τα σημάδια, τον ήχο, οι δε κτίστες λειτούργησαν σχεδόν αθόρυβα, με στρατηγική, με οργάνωση, με συνομωσία. Αυτή η σταδιακή απομόνωση επήλθε εν αγνοία του ή αναζητεί μια πρόφαση κάλυψης της σιωπής του; Τα τείχη είναι μεγάλα και υψηλά. Προφανώς μεταφορική είναι η σημασία τους. Η απομόνωση, ο εγκλεισμός, η σκόπιμη περιθωριοποίηση υλοποιήθηκε τόσο έντεχνα που αναρωτιέται ο ποιητής, ή καλύτερα με μελαγχολική διάθεση, μονολογεί γιατί δεν κατάφερε να βρει μια διέξοδο. Όταν ο άνθρωπος διεισδύσει στο σκοτάδι της απομόνωσης, είναι εύκολο ή δυνατό, όχι μόνο να αποδράσει, αλλά πρώτα να κατανοήσει πώς συνέβη; Τα τείχη είναι ένα διαχρονικό σύμβολο μοναξιάς, που οριοθετεί έναν χώρο κλειστό («μέσα») κι έναν χώρο ανοικτό («έξω»).
Μήπως τελικά αυτά τα τείχη είναι στη σκέψη του ποιητή, μήπως είναι άυλα, αόρατα, μήπως ο ποιητής, εμείς οι αναγνώστες, έχουμε εσκεμμένα χτίσει τείχη μέσα μας και είμαστε αποκομμένοι από το έξω, από τους άλλους; Είναι μια στάση δειλίας ή μια στάση άμυνας απέναντι σε αυτό που πρόκειται να έρθει; Πόσο ελεύθεροι είμαστε τελικά να αντιμετωπίσουμε αυτό που έρχεται, πόσο ενήμεροι πραγματικά είμαστε, πόσο πρόθυμοι να το αναχαιτίσουμε;
Μήπως τα τείχη είναι όλες οι προκαταλήψεις, οι δεισιδαιμονίες της κάθε εποχής με αποτέλεσμα ένας άνθρωπος που δεν τις δέχεται, αναγκάζεται να απομονωθεί, γιατί γνωρίζει πως μια πιθανή πάλη με τον σκοταδισμό που έχει κυριαρχήσει στον πυρήνα μιας κοινωνίας είναι ανέφικτη; Ο ποιητής (ή μήπως και εμείς σήμερα;) με στωική διάθεση παραδίδεται στην τύχη του ( «Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ») και συμβιβάζεται με το μαύρο; Ωστόσο, δεν είναι μια απλή παραίτηση, μια ηττοπαθής στάση του ποιητή, διότι με ειρωνική διάθεση ομολογεί (προφανώς και μόνο στον εαυτό του) πως «πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον». Κι αν τελικά ο άνθρωπος σπάσει τα δεσμά, τα τείχη, είναι ικανός σήμερα να εναντιωθεί στον φαταλισμό που κάποιοι του ετοιμάζουν; Κάποιοι; Μήπως είναι οι ίδιοι που του έχτισαν τα τείχη; Η απάντηση είναι ίσως σ’ ένα άλλο ποίημά του, «Τα Παράθυρα», λέγοντας πως η σωτηρία δεν είναι βέβαιη: «Ίσως το φως θα’ ναι μια νέα τυραννία. Ποιός ξέρει τί καινούρια πράγματα θα δείξει».
Μήπως τα σημερινά τείχη είναι μια ψευδαίσθηση, είναι ψηφιακά τείχη, το προσωπείο που γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε μέσα από οθόνες και αλγόριθμους μες σ’ ένα αδιάκοπο καθρέφτη αυτοεπιβεβαίωσης, σ’ ένα οχυρό του Εγώ; Μήπως «συνδεδεμένοι», βιώνουμε τη μοναξιά της συνεχούς έκθεσης χωρίς εγγύτητα;
Ενδεχομένως, στο ίδιο (;) κλίμα, στο ίδιο πλαίσιο με εκείνο του ποιητή, κι ο Γιάννης Ρίτσος αναρωτήθηκε στο ποίημά του «Το νεκρό σπίτι» (1962. Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1972] 2009. Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος):
«…ένα κόκκινο ποτάμι κυκλόφερνε το σπίτι μας⸱
ξεκόψαμε απ’ τον έξω κόσμο⸱
αργότερα μας ξέχασε κι ο κόσμος…»
Πολλά τα ερωτήματα κι ακόμα περισσότερες οι πιθανές απαντήσεις…
Χρίστος Σοροβέλης
Φιλόλογος – Συγγραφέας

