Οι θύσανοι – Γράφει ο Βασίλης Μπάτζιος.
Την περασμένη Παρασκευή, απογευματινή ώρα, επι της οδού Θεμιστοκλή Σοφούλη σε γνωστό καφέ της περιοχής κάθισαν μια όμορφη νέα με την αγαπημένη της γιαγιά. Ο καιρός ήταν ζεστός κι ας έπιασε Σεπτέμβρης. Όλοι οι θαμώνες του μαγαζιού-ζυγού αριθμού- καθόμασταν έξω, κάτω από έναν καθαρό ουρανό, ενώ σε ένα σημείο του ορίζοντα, υπήρχαν αμετακίνητοι δυο θύσανοι.
Η κοπέλα ήταν πολύ μοντέρνα ντυμένη όπως συνηθίζει να ντύνεται πια η νεολαία. Είχε ένα μικρό σκουλαρίκι στην μύτη και ένα τατουάζ σε όλο σχεδόν το δεξί της χέρι, που σου τραβούσε την προσοχή. Μια αγέρωχη νεράιδα, βγαλμένη περισσότερο από ένα βίντεοπαιχνίδι υπολογιστή και όχι κλασσικού παραμυθιού, με φτερά και σπινθηροβόλο βλέμμα, έτοιμη να πηδήξει από το μανίκι της ωραίας νέας, να ανέβει στον ουρανό για να μονομαχήσει με τους θύσανους. Απέναντι της, η ηλικιωμένη κυρία, άνω των εβδομήντα, ήταν λιτά ντυμένη με μια ζακέτα, λίγη δαντέλα επάνω, και μια μαύρη φούστα, ενώ το πρόσωπο της αν και αρκετά καταβεβλημένο, έβγαζε κάτι το αριστοκρατικό.
Στην κουβέντα μεταξύ τους, η εγγονή ήταν αυτή που έλεγε τα περισσότερα. Είχε φαίνεται τόσα πολλά να πει στην αγαπημένη της γιαγιά. Στην αρχή αναφέρθηκε σε μια μετακόμιση, έπειτα είπε για την νέα της δουλειά και για τις διακοπές της το καλοκαίρι σε γνωστό ελληνικό νησί με την κολλητή της. Κάποιες στιγμές σταματούσε να ανάψει ένα τσιγάρο (Καρελάκι χρυσή κασετίνα) ή έκανε μια κίνηση να ελέγξει με τα μακριά της νύχια, την οθόνη του κινητού τηλεφώνου της. Συνέχιζε να μιλά και να περιγράφει ένα φόρεμα που ήθελε πολύ να αγοράσει από το διαδίκτυο, μίλησε για ένα αγόρι που γνώρισε και τον έλεγαν Ιάσωνα-σε αυτόν επανήλθε πολλές φορές, και για μια παρεξήγηση που την πλήγωσε.
Η γιαγιά της, την περισσότερη ώρα δεν μιλούσε, προτιμούσε να την κοιτά και να την ακούει. Που και που μόνο έκανε κάποιον μορφασμό συγκατάβασης ή της έλεγε κάτι στοργικά και συμβουλευτικά. Δεν την πείραζε η φλυαρία για τα ασήμαντα, ούτε καν η ατίθαση νεράιδα και το τσιγάρο της μικρής. Είχε εμπρός της την ζωντάνια, το σφρίγος και την ανεμελιά των νέων, στο πρόσωπο της εγγονής της. Δεν είναι και λίγο. Τι και αν κάποια από αυτά της έμοιαζαν τόσο διαφορετικά. Το γνώριζε πως κάποια έμειναν ίδια, απλά άλλαξαν οι διαστάσεις τους. Και αυτή σίγουρα θα πήγε ένα ταξίδι σε ένα όμορφο ελληνικό νησί με μια παρέα. Ίσως στην Ύδρα την εποχή που ζούσε εκεί και έγραψε τα καλύτερα τραγούδια του, ο Λεονάρδος Κοέν, θα κολύμπησε σε μια ωραία παραλία με τον αγαπημένο της, όπως στο έργο Τζένη Τζένη, η Καρέζη. Ίσως αυτός να έγινε και ο μετέπειτα άντρας της, και μπορεί να τον έλεγαν Ανδρέα, ποιος ξέρει. Ίσως πάλι να παραβρέθηκε στο πάρτυ της Βουλιαγμένης εκείνο το καλοκαίρι της Μεταπολίτευσης και να τραγούδησε, με την καρδιά της, δίπλα σε άλλους λουόμενους Αθηναίους και μη.
Σίγουρα θα έζησε πολλά-και τραγικά- με αγαπημένα πρόσωπα, που κάποια μπορεί να έχουν φύγει από την ζωή. Σε αυτό συμφωνήσαμε στο τέλος όλοι μηδενός εξαιρουμένου. Η ώρα πέρασε. Οι δυο γυναίκες συμφώνησαν με ένα νεύμα πως ήρθε η ώρα να φύγουν. Η εγγονή έπιασε αγκαζέ την γιαγιά της και την πέρασε στον απέναντι δρόμο. Σταμάτησαν για λίγο εμπρός σε ένα από τα μεγάλα επώνυμα καταστήματα. Η εγγονή αγκάλιασε την γιαγιά της και την φίλησε. Στον ουρανό
οι θύσανοι τώρα είχαν μετακινηθεί λίγο. Οι δυο τους πιασμένες από το χέρι απομακρύνθηκαν και χάθηκαν σε ένα στενό, που να μας συγχωρέσετε αλλά δεν προσέξαμε αν είχε όνομα πολιτικού ή ποιητή.


Οι απόψεις του εκάστοτε άρθρου, αντικατοπτρίζουν την προσωπική άποψη του συντάκτη. Προτείνουμε, ο εν δυνάμει αναγνώστης, αφενός να προβαίνει σε έλεγχο αγοράς, για την εύρεση της πιο συμφέρουσας τιμής, αφετέρου κατά την αγορά, να επισκέπτεται οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο, ώστε να ελέγξει από μόνος του, κατά πόσο το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, καλύπτει τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του.

