Η Γενιά Z, μια γενιά on line.
Η Γενιά Z -όσοι γεννήθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έως το 2010- είναι η πρώτη πραγματικά ψηφιακή γενιά. Μεγάλωσαν κρατώντας ένα smartphone στα χέρια, επικοινωνούν μέσω memes και emojis, και ζουν σε μια πραγματικότητα όπου η φυσική και η ψηφιακή παρουσία συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν συνεχώς.
Αλλά τι συμβαίνει όταν το Instagram, το TikTok και το Snapchat δεν είναι απλώς πλατφόρμες έκφρασης και διασκέδασης, αλλά καθρεφτίζουν και ενισχύουν το άγχος, την κατάθλιψη και την απομόνωση;
Η εφηβεία είναι, από τη φύση της, μια περίοδος εσωτερικών αναζητήσεων και εντάσεων. Οι έφηβοι προσπαθούν να βρουν την ταυτότητά τους, να αισθανθούν αποδοχή και να ενταχθούν σε κοινωνικές ομάδες. Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, αυτό γινόταν μέσα από το σχολείο, την παρέα, την οικογένεια. Σήμερα, ένας τεράστιος μέρος αυτής της διεργασίας περνάει μέσα από τις οθόνες.
Τα κοινωνικά δίκτυα προσφέρουν μια πλατφόρμα για αυτοπαρουσίαση, αλλά και για σύγκριση -συχνά μη ρεαλιστική και εξοντωτική. Όταν ένας έφηβος βλέπει συνεχώς φωτογραφίες «τέλειων» σωμάτων, αψεγάδιαστων ζωών και διακοπών πολυτελείας, ενδέχεται να αναρωτιέται: “Γιατί εγώ όχι;” ” Τι δεν κάνω καλά;”
Αυτός ο φαύλος κύκλος της σύγκρισης φθείρει την αυτοεκτίμηση και, σε πολλές περιπτώσεις, οδηγεί στην κατάθλιψη και στην αποξένωση.
Έρευνες των τελευταίων ετών καταγράφουν δραματική αύξηση των ποσοστών κατάθλιψης, άγχους και αυτοκτονικών σκέψεων στους εφήβους, ιδίως μετά το 2012 – το έτος που τα smartphones έγιναν πραγματικά προσβάσιμα σε μαζικό επίπεδο.
Μια μελέτη του CDC (ΗΠΑ) το 2023 ανέφερε πως το 30% των κοριτσιών λυκείου ανέφεραν σοβαρά καταθλιπτικά συμπτώματα, ενώ σχεδόν το 20% σκέφτηκε σοβαρά την αυτοκτονία το προηγούμενο έτος.
Στην Ευρώπη, παρόμοιες έρευνες δείχνουν αυξητική τάση αυτοτραυματισμών και απομόνωσης.
Και όλα αυτά ενώ, φαινομενικά, οι νέοι είναι «συνδεδεμένοι» περισσότερο από ποτέ. Συνδεδεμένοι, ναι – αλλά όχι ουσιαστικά συνδεδεμένοι.
Οι σημερινοί γονείς, που μεγάλωσαν χωρίς κινητά ή με Nokia και SMS των 160 χαρακτήρων, δυσκολεύονται πολλές φορές να κατανοήσουν την ένταση και την επιρροή που έχουν τα κοινωνικά δίκτυα στον ψυχισμό των παιδιών τους.
Πώς να εξηγήσει κανείς σε έναν ενήλικα ότι το να σε «κάνουν unfollow» μπορεί να βιωθεί από έναν έφηβο ως απόρριψη;
Πώς να πειστεί ένας δάσκαλος ότι το cyberbullying δεν τελειώνει με το χτύπημα του κουδουνιού, αλλά συνεχίζεται μέσα από τις εφαρμογές όλο το 24ωρο;
Η έλλειψη κατανόησης από την πλευρά των ενηλίκων μπορεί να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερο χάσμα, αποτρέποντας τον έφηβο από το να ζητήσει βοήθεια. Πολλοί νιώθουν ότι κανείς «δεν καταλαβαίνει» ή ότι οι μεγάλοι «δραματοποιούν» ή, αντίστροφα, υποτιμούν τις επιπτώσεις.
Η χρήση των social media έχει αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την αυθεντική κοινωνική αλληλεπίδραση,τη σωματική επαφή,τη συναισθηματική επαφή της παρέας. Οι νεαροί της Gen Z συνομιλούν περισσότερο μέσω οθόνης παρά πρόσωπο με πρόσωπο. Το αποτέλεσμα είναι ένας ψηφιακός εθισμός που οδηγεί σε πραγματική μοναξιά.
Ένας έφηβος μπορεί να έχει εκατοντάδες followers αλλά κανέναν να μιλήσει όταν νιώθει άσχημα. Αυτή η ψευδαίσθηση κοινωνικότητας είναι ίσως μία από τις πιο επικίνδυνες ψυχολογικές παγίδες της ψηφιακής εποχής.
Η Gen Z εκτίθεται καθημερινά σε εικόνες «τέλειων ζωών» από influencers, celebrities αλλά και απλούς συνομηλίκους. Το περιεχόμενο που ανεβαίνει στα social media είναι επιλεγμένο, φιλτραρισμένο, επεξεργασμένο. Η εικόνα γίνεται σημαντικότερη από την εμπειρία.
Αυτό ενισχύει τη νευρωτική ανάγκη για επιβεβαίωση, μέσω likes, views και σχολίων. Η αυτοεκτίμηση βασίζεται πλέον σε μετρήσιμα νούμερα- μια ιδιαίτερα εύθραυστη βάση.
Μια ανησυχητική πτυχή της επίδρασης των social media είναι η ρομαντικοποίηση της ψυχικής ασθένειας. Βίντεο που παρουσιάζουν αυτοτραυματισμούς, διατροφικές διαταραχές ή καταθλιπτικές συμπεριφορές συνοδεύονται από μουσική και αισθητική που τα κάνουν σχεδόν… «ελκυστικά».
Το TikTok, ιδιαίτερα, έχει κατηγορηθεί ότι μέσω του αλγορίθμου του προβάλλει επαναλαμβανόμενα βίντεο με ψυχολογικά επιβλαβές περιεχόμενο, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Η αύξηση των αυτοκτονιών στους νέους κάτω των 18 ετών τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει παγκόσμιο συναγερμό. Πίσω από κάθε τέτοιο τραγικό περιστατικό κρύβεται μια αλυσίδα από αδιέξοδα, πίεση, απομόνωση – και, πολλές φορές, η αδυναμία να ζητήσουν βοήθεια.
Συχνά, οι «ενδείξεις» περνούν απαρατήρητες. Ή, ακόμα χειρότερα, παρεξηγούνται ως υπερβολή, αντίδραση ή «εφηβικό καπρίτσιο».
Η λύση δεν είναι να δαιμονοποιήσουμε την τεχνολογία. Τα smartphones και τα social media είναι εδώ για να μείνουν. Αυτό που χρειάζεται είναι:
Ενημέρωση και εκπαίδευση
Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να κατανοήσουν τη φύση των ψηφιακών μέσων και να εκπαιδευτούν πάνω στους κινδύνους και τις δυνατότητές τους.
Ανοιχτή επικοινωνία
Η πιο ισχυρή προστασία ενός εφήβου είναι η δυνατότητα να μιλήσει, χωρίς να νιώθει ότι θα κατηγορηθεί ή θα απορριφθεί.
Ψυχική στήριξη
Τα σχολεία πρέπει να ενισχύσουν την παρουσία ψυχολόγων, ενώ η πολιτεία να επενδύσει σε προγράμματα πρόληψης.
Ψηφιακή παιδεία
Οι νέοι χρειάζονται εργαλεία ώστε να κατανοούν πώς λειτουργεί ο αλγόριθμος, πώς να ξεχωρίζουν το αληθινό από το ψεύτικο, πώς να προστατεύονται από τον ψηφιακό εκφοβισμό.
Καλλιέργεια της αυθεντικής κοινωνικής επαφής
Η οθόνη δεν πρέπει να αντικαθιστά τη φιλία, την αγκαλιά, το παιχνίδι, τη συζήτηση. Χρειάζονται χώροι, δράσεις και ευκαιρίες για πραγματική επαφή.
Η Γενιά Z δεν είναι χαμένη. Είναι ευφυής, προσαρμοστική, γεμάτη δυνατότητες. Αλλά μεγαλώνει σε έναν κόσμο με τεράστιες ψηφιακές απαιτήσεις και ελάχιστη ψυχική προετοιμασία. Αν δεν αλλάξει ο τρόπος που εμείς, ως ενήλικες, βλέπουμε τη σχέση των παιδιών με την τεχνολογία, τότε ίσως κινδυνεύσουμε να χάσουμε την επαφή μαζί τους.
Ας μη μείνουμε στις επιφανειακές παρατηρήσεις. Πίσω από κάθε παιδί που «κολλάει στο κινητό» μπορεί να υπάρχει ένα παιδί που διψά για κατανόηση, για αποδοχή, για ουσιαστική σχέση.
Οι απόψεις του εκάστοτε άρθρου, αντικατοπτρίζουν την προσωπική άποψη του συντάκτη. Προτείνουμε, ο εν δυνάμει αναγνώστης, αφενός να προβαίνει σε έλεγχο αγοράς, για την εύρεση της πιο συμφέρουσας τιμής, αφετέρου κατά την αγορά, να επισκέπτεται οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο, ώστε να ελέγξει από μόνος του, κατά πόσο το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, καλύπτει τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του.
















