Ποιος ωφελείται από μια γυναίκα που φοβάται να είναι ελεύθερη;
Από το σώμα που κρίνεται μέχρι το «όχι» που αμφισβητείται — και από το Cornell και τον Epstein μέχρι το βλέμμα που η γυναίκα μαθαίνει να στρέφει πάνω της
Γράφει η Σουζάνα Παπαφάγου , Κλινική – Αναπτυξιακή Ψυχολόγος, Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια
Γράφω αυτό το κείμενο ακούγοντας την Billie Eilish.
«Do you know me? Really know me?»
Και σκέφτομαι πόσο νωρίς ένα κορίτσι ανακαλύπτει ότι το σώμα του δεν θα είναι ποτέ εντελώς ιδιωτική υπόθεση. Πριν ακόμη αποφασίσει εκείνο τι σημαίνει το σώμα του, κάποιος θα έχει ήδη γνώμη γι’ αυτό. Για το βάρος, το στήθος, τα ρούχα, το πόσο φαίνεται, το πόσο κρύβεται. Αν καλυφθεί, κάτι σημαίνει. Αν αποκαλυφθεί, πάλι κάτι σημαίνει.
Σαν το γυναικείο σώμα να μην είναι απλώς ο τόπος όπου κατοικεί μια γυναίκα, αλλά δημόσιο κείμενο που όλοι δικαιούνται να διαβάσουν, να ερμηνεύσουν, να βαθμολογήσουν.
Κάποιες φορές ακόμη και να διεκδικήσουν.
Και καθώς ακούω την Billie Eilish να μιλά γι’ αυτό το αδιάκοπο βλέμμα, σκέφτομαι το Cornell.
Μια 20χρονη φοιτήτρια καταγγέλλει σε αγωγή ότι το 2024, σε σπίτι της αδελφότητας Chi Phi στο Cornell University, εξαναγκάστηκε να καταναλώσει ουσίες και αλκοόλ και στη συνέχεια υπέστη σεξουαλικές επιθέσεις από επτά άνδρες ενώ, σύμφωνα με την ίδια, δεν ήταν σε θέση να συναινέσει. Η υπόθεση βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση και οι ισχυρισμοί δεν έχουν κριθεί δικαστικά. Τον Σεπτέμβριο του 2026, η εισαγγελία ανακοίνωσε ότι άνοιξε ξανά την έρευνα και ότι θα παρουσιάσει την υπόθεση σε grand jury.
Και εκεί σταματώ σε κάτι.
Αν όσα καταγγέλλονται αποδειχθούν, δεν έχουμε μόνο μια ιστορία για το τι συνέβη σε ένα δωμάτιο. Έχουμε μια ιστορία για το τι μπορεί να έχει ήδη συμβεί μέσα στο μυαλό.
Για να χρησιμοποιήσεις έναν άνθρωπο, πρέπει κάπου να πάψεις να τον βιώνεις ως πλήρη άνθρωπο. Να μη χρειάζεται να αναρωτηθείς: Θέλει; Φοβάται; Πονάει; Μπορεί να συναινέσει; Μπορεί να φύγει;
Ο άνθρωπος γίνεται σώμα. Κατάκτηση. Αντικείμενο. Ιστορία για την παρέα.
Και αυτό είναι ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της αντικειμενοποίησης: δεν χρειάζεται πάντα να μισήσεις κάποιον για να τον κακοποιήσεις. Αρκεί να πάψεις να αναγνωρίζεις πλήρως την υποκειμενικότητά του.
Η υπόθεση Epstein μάς έδειξε σε άλλη κλίμακα τι μπορεί να συμβεί όταν η αντικειμενοποίηση συναντήσει χρήμα, πρόσβαση και εξουσία. Ο Jeffrey Epstein κατηγορήθηκε ομοσπονδιακά το 2019 για sex trafficking ανήλικων κοριτσιών, ενώ η Ghislaine Maxwell καταδικάστηκε αργότερα για τον ρόλο της στη στρατολόγηση και κακοποίησή τους.
Δεν εξισώνω τις δύο υποθέσεις. Με ενδιαφέρει το κοινό ερώτημα:
Τι πρέπει να έχει συμβεί στο βλέμμα μας ώστε ένα κορίτσι ή μια γυναίκα να μπορεί να μετατραπεί από πρόσωπο σε διαθέσιμο σώμα;
Ο βιασμός είναι συγκεκριμένη πράξη σεξουαλικής βίας και δεν θέλω να χρησιμοποιώ τη λέξη χαλαρά ως μεταφορά. Η σεξουαλική βία όμως δεν τραυματίζει μόνο το σώμα. Μπορεί να χτυπήσει κάτι βαθύτερο: την αίσθηση ότι η βούλησή μου έχει σημασία. Το όχι μου έχει σημασία. Ο φόβος μου έχει σημασία. Η επιθυμία μου έχει σημασία. Εγώ έχω σημασία.
Και όταν σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες παγκοσμίως έχει βιώσει σωματική ή/και σεξουαλική βία από σύντροφο ή σεξουαλική βία από μη σύντροφο στη διάρκεια της ζωής της, δεν αρκεί να μιλήσουμε μόνο για «κακούς ανθρώπους». Χρειάζεται να κοιτάξουμε και το περιβάλλον μέσα στο οποίο η βία μπορεί να δικαιολογηθεί, να αποσιωπηθεί ή να μετατραπεί σε ευθύνη εκείνης που την υπέστη.
Γιατί ακόμη ρωτάμε:
Τι φορούσε; Γιατί πήγε; Γιατί ήπιε; Γιατί δεν φώναξε; Γιατί δεν έφυγε; Γιατί άργησε να μιλήσει;
Σαν να ψάχνουμε πάντοτε μια τελευταία πιθανότητα να ανακαλύψουμε τι θα μπορούσε να είχε κάνει εκείνη, ώστε να μην της κάνει κάποιος άλλος αυτό που της έκανε.
Και κάπου εδώ επιστρέφω στο βλέμμα.
Η Laura Mulvey το ονόμασε male gaze μιλώντας για τον κινηματογράφο. Η ψυχολογία της αντικειμενοποίησης πήγε το ερώτημα ακόμη πιο πέρα: τι συμβαίνει όταν το εξωτερικό βλέμμα εγκαθίσταται μέσα στη γυναίκα;
Τότε δεν χρειάζεται πια κάποιος να την κοιτάζει.
Κοιτάζεται εκείνη.
Φαίνεται η κοιλιά μου; Πάχυνα; Γέρασα; Έχω κυτταρίτιδα; Πώς φαίνομαι δίπλα στην άλλη;
Το σώμα, από τόπος μέσα από τον οποίο ζούμε, γίνεται αντικείμενο που παρακολουθούμε ενώ ζούμε.
Και η ανεπάρκεια μπορεί να γίνει αγορά.
Ένα σώμα που αισθάνεται επαρκές δεν χρειάζεται αδιάκοπη διόρθωση. Ένα σώμα όμως που βρίσκεται πάντοτε λίγο μακριά από το ιδανικό χρειάζεται συνέχεια κάτι: δίαιτα, κρέμα, ρούχο, γυμναστήριο, filler, botox, anti-age.
Δεν χρειάζεται καμία θεωρία συνωμοσίας. Αρκεί ένας απλός οικονομικός μηχανισμός: όπου υπάρχει ανασφάλεια, υπάρχει χώρος για ένα προϊόν που υπόσχεται να τη μειώσει.
Και η άλλη γυναίκα μπορεί να γίνει μέτρο.
Πιο αδύνατη. Πιο νέα. Πιο περιποιημένη. Πιο επιθυμητή.
Βλέπω. Συγκρίνομαι. Αισθάνομαι ότι υστερώ. Αγοράζω κάτι που υπόσχεται να μικρύνει την απόσταση.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να πούμε ότι «οι γυναίκες είναι ζηλιάρες». Η κοινωνική σύγκριση είναι ανθρώπινη. Αλλά όταν η αξία της γυναίκας συνδέεται επίμονα με την εμφάνισή της, η σύγκριση γίνεται εξαιρετικά εμπορεύσιμη.
Και μετά η γυναίκα μπήκε στην αγορά εργασίας.
Ευτυχώς.
Απέκτησε εισόδημα, μόρφωση, επαγγελματική ταυτότητα, μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία και μεγαλύτερη δυνατότητα να φύγει από μια σχέση.
Μόνο που η δουλειά που έκανε ήδη δεν εξαφανίστηκε.
Η Arlie Hochschild το ονόμασε second shift. Σήμερα μιλάμε και για mental load: όχι μόνο ποιος μαγειρεύει, καθαρίζει ή πηγαίνει το παιδί στον γιατρό, αλλά ποιος θυμάται ότι πρέπει να γίνει. Οι γυναίκες παγκοσμίως εξακολουθούν να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο από τους άνδρες στη μη αμειβόμενη φροντίδα και οικιακή εργασία.
Και η αγορά έχει κάτι και γι’ αυτό.
Δουλεύεις πολλές ώρες;
Κοίτα τι ωραίο πληκτρολόγιο έχω.
Δεν οργανώνεσαι; Planner.
Δεν συγκεντρώνεσαι; Productivity app.
Δεν κοιμάσαι; Sleep routine.
Έχεις άγχος; Mindfulness.
Είσαι εξαντλημένη; Self-care.
Το πρόβλημα δεν είναι το κερί ούτε το πληκτρολόγιο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στη μετατόπιση:
ένα συλλογικό πρόβλημα μπορεί να μετατραπεί σε ατομική ανεπάρκεια.
Αντί να ρωτήσουμε «γιατί κουβαλάς τόσα;», ρωτάμε «γιατί δεν τα διαχειρίζεσαι καλύτερα;».
Και κάπως έτσι γεννήθηκε ίσως το τελειότερο προϊόν της εποχής μας: η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου.
Γιατί δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Και το ίδιο βλέμμα μπορεί να μπει ακόμη και στο θεραπευτικό δωμάτιο.
Το γράφω και ως γυναίκα θεραπεύτρια.
Έχω ακούσει άνδρες θεραπευτές να προειδοποιούν γυναίκες συναδέλφους: «Πρόσεχε, μπορεί να σε ερωτευτούν οι θεραπευόμενοί σου».
Βεβαίως μπορεί.
Η ερωτική μεταβίβαση δεν είναι παράξενο ατύχημα της ψυχοθεραπείας. Ο θεραπευόμενος μπορεί να ερωτευτεί, να εξιδανικεύσει, να θυμώσει, να ζηλέψει, να απογοητευτεί. Το ζήτημα είναι τι κάνει ο επαγγελματίας με αυτό.
Και ίσως κι εγώ κάποτε να έχω εσωτερικεύσει αυτή την προειδοποίηση. Να αναρωτήθηκα αν πρέπει να είμαι λιγότερο ζεστή, περισσότερο ουδέτερη, πιο αυστηρή, λιγότερο γυναίκα για να είμαι αρκετά θεραπεύτρια.
Σήμερα αναρωτιέμαι:
Γιατί;
Η θεραπεύτρια δεν είναι υπεύθυνη για το ότι κάποιος την επιθυμεί. Είναι υπεύθυνη, όπως κάθε θεραπευτής, για το πώς θα αναγνωρίσει, θα επεξεργαστεί και θα οριοθετήσει ό,τι συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση.
Η δεοντολογία δεν ζητά από τις γυναίκες να γίνουν αόρατες. Ζητά από τους επαγγελματίες να είναι υπεύθυνοι.
Και δεν χρειάζεται να αντιστρέψουμε το στερεότυπο λέγοντας ότι οι άνδρες θεραπευτές είναι οι επικίνδυνοι και οι γυναίκες οι ασφαλείς. Οι παραβιάσεις ορίων δεν ανήκουν σε ένα φύλο.
Αλλά ούτε θα δεχτούμε τη γυναικεία παρουσία ως επαγγελματικό παράγοντα κινδύνου.
Γιατί τότε επιστρέφουμε στην ίδια παλιά ιστορία:
η γυναίκα πρέπει να διαχειρίζεται την επιθυμία που προκαλεί στους άλλους.
Στον δρόμο να προσέχει.
Στη σχέση να προσέχει.
Στο πανεπιστήμιο να προσέχει.
Στη δουλειά να προσέχει.
Στο διαδίκτυο να προσέχει.
Ακόμη και στο θεραπευτικό δωμάτιο να προσέχει.
Πάντοτε εκείνη να προβλέψει, να προλάβει, να περιορίσει, να καθησυχάσει.
Και εδώ βρίσκεται για μένα η ουσία.
Αυτό δεν είναι προστασία. Είναι πειθαρχία.
Η ανελευθερία της γυναίκας δεν χρειάζεται πια πάντοτε μια κλειδωμένη πόρτα. Μπορεί να εμφανιστεί ως συμβουλή, φροντίδα, ομορφιά, αυτοβελτίωση, επαγγελματισμός. Μπορεί ακόμη και να λέει:
«Είσαι ελεύθερη».
Αρκεί να είσαι όμορφη χωρίς να φαίνεται ότι προσπάθησες. Επιτυχημένη χωρίς να απειλείς. Σεξουαλική χωρίς να είσαι «πολύ». Μητέρα χωρίς να παραμελείς τη δουλειά. Εργαζόμενη χωρίς να παραμελείς τα παιδιά. Να μεγαλώνεις χωρίς να φαίνεται ότι γερνάς. Να βάζεις όρια χωρίς να γίνεσαι δύσκολη.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο:
Ποιος φοβάται την ελεύθερη γυναίκα;
Είναι:
Ποιος ωφελείται από μια γυναίκα που φοβάται να είναι ελεύθερη;
Σουζάνα Παπαφάγου
Κλινική & Αναπτυξιακή Ψυχολόγος
Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια | Αναλύτρια Ομάδας | Θεραπεύτρια Ζεύγους & Οικογένειας
Σουζάνα Παπαφάγου is free today. But if you enjoyed this post, you can tell Σουζάνα Παπαφάγου that their writing is valuable by pledging a future subscription. You won’t be charged unless they enable payments.
Εφόσον επιθυμείτε κάνετε εγγραφή εδώ:
https://spsychotherapy.substack.com/account?original_app=&free_signup_confirmation=true
Σουζάνα Παπαφάγου , Κλινική – Αναπτυξιακή Ψυχολόγος, Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια.
Σπούδασα στην Ιταλία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Ψυχολογίας της Πάρμα, στο πενταετές πρόγραμμα ‘Αναπτυξιακή Κλινική Ερευνητική Ψυχολογία’.Επέστρεψα στην Ελλάδα αφού ολοκλήρωσα μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τίτλο «οικογενειακή θεραπεία και σεξουαλική διαφορετικότητα » και ξεκίνησα αμέσως πενταετή εκπαίδευση στην Ελληνική Εταιρία Αναλυτικής Ομαδικής και Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας, όπου πια είμαι τακτικό μέλος.
Το 2011 ξεκίνησα να παρακολουθώ εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Ινστιτούτο Ψυχοδράματος Αθηνών για 4 χρόνια.Έχω παρακολουθήσει και ολοκληρώσει εκπαιδευτικά σεμινάρια στην Ελληνική Ψυχοσωματική Εταιρία και συνεχίζω να καταπιάνομαι με εκπαιδεύσεις και εποπτικές συνεδρίες.Τα τελευταία 10 χρόνια έχω υπάρξει επιστημονικός συνεργάτης στο Αιγινήτειο νοσοκομείο ως ομαδική αναλύτρια στο Τμήμα Διαταραχής Προσωπικότητας.
Το 2008 ξεκίνησα να εργάζομαι ιδιωτικά στο γραφείο μου με οικογένειες, ζευγάρια, ομάδες και ατομικά (ενήλικες, εφήβους και παιδιά,).Το 2018 ονειρεύτηκα να δημιουργήσω έναν χώρο θεραπείας και τέχνης, όπου θα συνεχίσω να δουλεύω ατομικά και ομαδικά μέσω της αναλυτικής ψυχοθεραπείας αλλά θα πραγματοποιούνται παράλληλα, ομάδες ζωγραφικής και Πύλου κυρίως (σε συνεργασία με καλλιτέχνες), ομάδες δημιουργικής γραφής, ομάδες συμβουλευτικής γονέων και δραστηριότητες για όλη την οικογένεια.
Το όνειρό μου ξεκινά να ζωντανεύει σε μια δύσκολη περίοδο, της πανδημίας, μιας και «αναγκάστηκα» να αλλάξω χώρο λόγο τετραγωνικών (έπρεπε να μεταφερθώ, μετά τα 13 χρόνια, σε μεγαλύτερο χώρο).Από το 2013 γράφω στο περιοδικό Τaλκ (περιοδικό για γονείς), αναπτύσσοντας κυρίως ψυχολογικά θέματα, και μιλώ για την ευεργετική ιδιότητα των βιβλίων μέσα από τη στήλη μου «Μια ψυχολόγος διαβάζει βιβλία ».
θα με βρείτε στο https: www.humansoulroots.com
ΣΟΥΖΑΝΑ ΤΖ. ΠΑΠΑΦΑΓΟΥ
ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΠΑΝ/ΜΙΟΥ ΠΑΡΜΑΣ
ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΡΙΑ
Επιστημονικός συνεργάτης στο τμήμα Διαταραχών προσωπικότητας Α’ ψυχιατρικής κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πηγή: https://www.storytellinghumans.com -Σουζάνα Παπαφάγου.




