Επ΄ώμου… την ποίηση! – Γράφει η Γεωργία Γιώτα.
Με ασπίδα και όπλο τις λέξεις, τους στίχους, τον βαθύ ρεαλισμό της ποίησης.
Συντάσσομαι τον κόσμο της με τα σημαινόμενά του.
Αποστρέφομαι τον ωμό νατουραλισμό των ηθών, σημεία των καιρών.
Την άγια ώρα της δημιουργίας οι λέξεις αποκτούν νοήματα ρέοντα. Τα σημαινόμενα κολυμπούν σε μια θάλασσα συμβόλων που αποκτούν εικόνες τόσες όσα και του νου οι ακροβασίες. Τα σημαίνοντα σταθερά και ακλόνητα. Τα σημαινόμενα ασταθή και αιθεροβάμονα. Κάποιοι μύθοι αποκτούν προστιθέμενη αξία.
Και ο Αίσωπος κρούει την θύραν. Και το παρα-μύθι αρχίζει να πλάθεται. Για να γίνει παρα-μυθία την ώρα της κάθαρσης. Και τότε, την ώρα της δημιουργικής ολοκλήρωσης, πόσο ξεκάθαρα βαρετοί γίνονται οι μύθοι του Αισώπου. Πόσο εύπλαστες φαντάζουν οι λέξεις…
Υ.Γ.1: Με λογισμό, σε όσους επιμένουν να διατηρούν και να συντηρούν μια κρίση θολή και θολωμένη, περιχαρακωμένοι μέσα σε μια υπερβολική σιγουριά που αγγίζει την ‘Υβρη, λησμονώντας αδέξια την τελευταία τής Άτης λέξη…
Ο νους αεροστεγώς κλεισμένος.
Η καρδιά ερμητικά κλειστή.
Αντιλαλούσαν οι κορυφές των γύρω βουνών
από τις φωνές μιας φυλλοβόλου σιγουριάς
που τσούγκριζε το ποτήρι της με υψιπετείς υποσχέσεις.
Υ.Γ.2: Με όνειρο, σε όσους επιμένουν να διαφυλάσσουν και να φορούν κατάσαρκα της Πανδώρας το κόσμημα, με την υπομονή και το πείσμα να βαπτίζονται με λάδι παρθένο, νιώθοντας την ώρα της αυγής πως οι ιστορίες γράφονται με μύθους…
ΑΙΣΩΠΟΥ ΜΥΘΟΣ
Κι ύστερα πέρασε ο λαγός,
μπροστά από τη σύναξη επιφανών στελεχών του δάσους,
αυτών που είχαν υπογράψει με ακριβό μελάνι την ασφάλεια
και την ηρεμία της πολύβουης περιοχής.
Τι δόξα, οποία τιμή…
Χαμογελούσε ετούτος δήθεν ταπεινά,
μα τούτο το μειδίαμα είχε ολόκληρο τυλιχθεί
από ένα σύννεφο επηρμένης μέθης
Τεντωμένα τα αυτιά του από ηδονή περισσή
Τεντωμένη η ουρά από κολακείες σκαντζοχοίρων
που ξεστόμιζαν λόγια βροχής
και ύστερα βυθίζονταν σε μία θλίψη πράσινων, θαρρώ, δακρύων.
Τι δόξα, οποία τιμή…
Και τα μάτια του ορθάνοιχτα
και η κόρη σε διαστολή
και το βλέμμα πυρίμαχο
αν και ήθελε ακόμα πολύ, για να γίνει πυράντοχο.
Ο νους αεροστεγώς κλεισμένος.
Η καρδιά ερμητικά κλειστή.
Αντιλαλούσαν οι κορυφές των γύρω βουνών
από τις φωνές μιας φυλλοβόλου σιγουριάς
που τσούγκριζε το ποτήρι της με υψιπετείς υποσχέσεις.
Τι δόξα, οποία τιμή…
Και μέσα σε αυτή τη φασαρία,
την οχλοκρατούμενη και δεσπόζουσα
και μέσα σε αυτόν τον κουρνιαχτό της σκόνης,
κανείς,
μα κανείς δεν πρόσεξε το αργά βασανιστικό,
αλλά επίμονα ρυθμικό,
εκείνο,
το πεισματικά αειθαλές,
της χελώνας το αθόρυβο σύρσιμο.
Τι καιροί, τι ήθη…
Και πόσο ξεκάθαρα βαρετοί οι μύθοι του Αισώπου (Γ.Γ).





