Ανάγκη για γλυκό, έντερο και ενοχές…. μήπως τελικά δεν φταις εσύ; – Γράφει η Ευαγγελία Παπαγιάννη-Φυλακτού Φυσικοπαθητικός.
Πριν κατηγορήσεις ξανά τον εαυτό σου για την ανάγκη σου για γλυκό, άκου πρώτα τι έχει να σου πει το έντερό σου.
Δεν ξέρω πότε ξεκινήσαμε να πιστεύουμε ότι η ανάγκη για γλυκό είναι ελάττωμα χαρακτήρα. Ότι κάτι πάει στραβά με εμάς.
Ότι «αν είχαμε πειθαρχία» θα είχε λυθεί.
Κι όμως, το σώμα δεν λειτουργεί έτσι. Δεν είναι κακομαθημένο παιδί. Είναι μνήμη.
Η πρώτη γεύση που γνώρισε ο άνθρωπος δεν ήταν το αλάτι, ούτε το λίπος, ούτε το umami. Ήταν η γλυκύτητα.
Το μητρικό γάλα έχει φυσική γλυκιά γεύση, όχι τυχαία. Περιέχει λακτόζη, έναν υδατάνθρακα που τροφοδοτεί τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο, αλλά και ολιγοσακχαρίτες που δεν προορίζονται για το βρέφος, αλλά για τα βακτήρια του εντέρου του.
Από την πρώτη μέρα ζωής, η γλυκιά γεύση συνδέεται ταυτόχρονα με τροφή, νευρολογική ρύθμιση, μικροβίωμα και συναισθηματική ασφάλεια.
Ο εγκέφαλος μαθαίνει πολύ νωρίς κάτι θεμελιώδες:
γλυκό σημαίνει «είμαι ασφαλής».
Αυτή η σύνδεση δεν είναι ψυχολογική θεωρία. Είναι νευροβιολογία.
Η γλυκιά γεύση ενεργοποιεί το σύστημα ανταμοιβής, αυξάνει ντοπαμίνη και σεροτονίνη, ενώ παράλληλα μειώνει τη δραστηριότητα του άξονα στρες.
Το σώμα χαλαρώνει. Ο καρδιακός ρυθμός ρυθμίζεται. Το πνευμονογαστρικό νεύρο παίρνει το μήνυμα ότι το περιβάλλον είναι ασφαλές.
Γι’ αυτό, όταν ένας ενήλικας αναζητά επίμονα το γλυκό, δεν αναζητά απλώς θερμίδες.
Αναζητά ρύθμιση.
Σε στιγμές κόπωσης, μοναξιάς, υπερδιέγερσης ή συναισθηματικής απειλής, το νευρικό σύστημα επιστρέφει στο πιο παλιό του αρχείο. Εκεί που η ασφάλεια δεν εξηγούνταν. Βιωνόταν.
Στην αγκαλιά. Στη θαλπωρή. Στη γλυκιά γεύση.
Το έντερο παίζει και εδώ πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο ποσοστό της σεροτονίνης παράγεται εκεί.
Όταν το μικροβίωμα είναι απορρυθμισμένο, όταν υπάρχει χρόνια φλεγμονή ή διαταραχή στη σύνθεση των βακτηρίων, το σώμα ζητά γρήγορη γλυκόζη. Όχι από απληστία, αλλά από ανάγκη.
Η γλυκιά γεύση λειτουργεί σαν νευροχημικό «παυσίπονο».
Και εδώ γίνεται το μεγάλο λάθος της σύγχρονης προσέγγισης,
προσπαθούμε να κόψουμε το γλυκό με πειθαρχία, ενώ το σώμα ζητά ασφάλεια.
Η στέρηση δεν καθησυχάζει.
Αντιθέτως, για το νευρικό σύστημα μοιάζει με απειλή. Γι’ αυτό και οι κρίσεις για γλυκό γίνονται πιο έντονες όταν κάποιος «απαγορεύει» στον εαυτό του. Το σώμα δεν αντιλαμβάνεται τη δίαιτα. Αντιλαμβάνεται απώλεια φροντίδας.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, το γλυκό συχνά γίνεται υποκατάστατο σχέσης. Όχι επειδή λείπει η αγάπη, αλλά επειδή λείπει η αίσθηση εσωτερικής ασφάλειας. Η ανάγκη δεν είναι για ζάχαρη. Είναι για επιστροφή στο σώμα. Για παύση. Για ηρεμία.
Σε ενεργειακό επίπεδο, η γλυκιά γεύση συνδέεται με το κέντρο της καρδιάς και το ηλιακό πλέγμα. Όταν αυτά τα πεδία είναι σε σύγχυση, όταν το άτομο ζει διαρκώς σε εγρήγορση ή υπερέλεγχο, το σώμα αναζητά κάτι που «μαλακώνει». Κάτι που θυμίζει αποδοχή χωρίς όρους.
Πνευματικά, το γλυκό είναι η πρώτη μας εμπειρία εμπιστοσύνης στη ζωή. Πριν μάθουμε λέξεις, μάθαμε αίσθηση. Και αυτή η αίσθηση γράφτηκε βαθιά.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι «πώς να κόψω το γλυκό».
Το ερώτημα είναι,πώς να δώσω στο σώμα μου αυτό που ζητά, χωρίς να το πληγώνω.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται και η Candida, όχι σαν κακός της ιστορίας, αλλά σαν ένδειξη ότι το σύστημα έχει χάσει την ισορροπία του. Η Candida υπάρχει σε όλους. Το θέμα είναι πότε παίρνει χώρο. Και παίρνει χώρο όταν υπάρχει άγχος, σάκχαρο, φλεγμονή και έλλειψη ρύθμισης.
Η Candida αγαπά τη ζάχαρη, είναι ένας φυσιολογικός μύκητας του εντέρου και των βλεννογόνων που, όταν χαθεί η ισορροπία του οργανισμού, μπορεί να υπεραναπτυχθεί και να επηρεάσει πέψη, ανοσία και ανάγκη για γλυκό.
Αλλά το πιο δύσκολο να αποδεχτούμε είναι ότι δεν περιμένει απλώς να τη φάμε. Επιδρά. Επηρεάζει τη διάθεση, τη διαύγεια, την επιθυμία.
Κάνει το γλυκό να μοιάζει όχι σαν επιλογή, αλλά σαν ανάγκη. Σαν κάτι που «αν δεν το φας, δεν ησυχάζεις».
Και τότε αρχίζει το μπέρδεμα.
Είναι συναισθηματικό;
Είναι βιολογικό;
Είναι στο μυαλό μου;
Όχι. Είναι στο σώμα σου.
Η ανάγκη για ασφάλεια ανοίγει την πόρτα.
Η Candida κάθεται μέσα και ζητά κι άλλο.
Κι εσύ στέκεσαι στη μέση και κατηγορείς τον εαυτό σου.
Προσπαθείς να κόψεις τη ζάχαρη απότομα.
Το σώμα αγχώνεται.
Το άγχος ανεβάζει κορτιζόλη.
Η κορτιζόλη ανεβάζει σάκχαρο.
Το σάκχαρο ταΐζει την Candida.
Και να ο φαύλος κύκλος. Όχι γιατί δεν προσπαθείς αρκετά. Αλλά γιατί προσπαθείς λάθος.
Γιατί κανείς δεν σου είπε ότι δεν χρειάζεται να κόψεις τη γλυκιά γεύση. Χρειάζεται να τη μάθεις ξανά.
Το σώμα δεν ζητά ζάχαρη. Ζητά γλυκύτητα χωρίς πανικό.
Ζητά ζεστασιά χωρίς εκτόξευση. Ζητά κορεσμό χωρίς τιμωρία. Όταν η γλυκύτητα έρχεται αργά, μέσα από τροφές που δεν σε διαλύουν, μέσα από θερμοκρασία, άρωμα, παρουσία, το νευρικό σύστημα ηρεμεί. Και όταν ηρεμεί, η ανάγκη αλλάζει ποιότητα.
Δεν εξαφανίζεται από τη μια μέρα στην άλλη.
Απλώς παύει να σε κυβερνά.
Και τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις κάτι απλό αλλά ανατρεπτικό,
δεν χρειάζεται να πολεμήσεις το σώμα σου.
χρειάζεται να το εμπιστευτείς ξανά.
Η ζάχαρη δεν είναι ο εχθρός.
Είναι το μήνυμα που δεν ακούστηκε αλλιώς.
Ευαγγελία Παπαγιάννη-Φυλακτού Φυσικοπαθητικός



