ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΑ – Εισήγηση του Θανάση Μουσόπουλου στην εκδήλωση του Γ. Ν. Ξάνθης στις 26 Νοεμβρίου 2025
Ήμαστε καν τέσσερες μαζί της
Μα κάναμε δουλειά για χίλιους.
Μας μοίραζε μικρά κομματάκια σύννεφα
Σταγόνες μέλι και χαμόμηλο,
Μα πιο πολύ
Μας μοίραζε πρόβατα να τα μετρούμε
Για να χαιρόμαστε το μέτρημα
– επάνω κάτω, κάτω επάνω –
Ήθελε, το ονειρευόταν,
Να γίνουμε καλοί στο μέτρημα της αγάπης,
Κι εμείς κι ο κόσμος όλος.
Ήμαστε καν τέσσερες μαζί της
Την τελευταία φορά που τη θυμάμαι.
Με ρώτησε : Πώς λέει το τραγούδι σας για τις βρυσούλες, για τον αποχαιρετισμό;
Έκανα πως δεν κατάλαβα,
«Έχετε γεια βρυσούλες» της απάντησα.
Ήξερα πως δε θα στερέψει καμιά βρύση,
Τη βρυσούλα όμως τη δική της
Δε θα’χει πια κανείς να τη ρωτάει.
Το νερό γάργαρο θα τρέχει πάντα
Κάτω από τα πέλματά της …
ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
β Η ΜΑΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Η Μάνα, η γυναίκα στην ειρήνη και η γυναίκα στον πόλεμο. Κάθε μέρα ακούμε για μια νέα εστία πολέμου στον πλανήτη μας, ακούμε για μυριάδες πρόσφυγες, για ξεσπιτωμένους. Η γυναίκα θύμα. Και σκέφτομαι, η Ελληνίδα πόσες φορές στην ιστορία μας δε βρέθηκε στη θέση αυτή : Θράκη Βόρεια και Ανατολική, Μικρασία, Πόντος, Βόρεια Ήπειρος, Κύπρος.
Η γυναίκα των Μεγάλων Πατρίδων, τι τράβηξε, πώς επέζησε, τι τραύματα κουβάλησε και κουβαλά ακόμη η ίδια και η συν αυτή και μετά αυτήν. Γιατί αυτά δε σβήνουν έτσι – χωρίς διαδικασία κάθαρσης.
*
Η λογοτεχνία συντελεί όχι μόνο στη διάσωση του δράματος αλλά και στην κάθαρση.
Γιαγιά μου Αγγελίνα
Της Αγγελικής Στεργίου
Γιαγιά μου Αγγελίνα
Πικραμένη Μικρασιάτισσα
Σε θυμάμαι
Με τη θλίψη στα μάτια
Όλο να κοιτάζεις
Προς την Ανατολή
Και να ‘ταξιδεύεις’
Στην Πάνορμο
Οι σιωπηλοί σου στεναγμοί
Σαϊτιές πόνου
Στην παιδική μου ψυχή
Κι οι ζωγραφιές
Της νερένιας, χρυσής πολιτείας,
Χοροπηδούν εμπρός μου
Από τα μυστικά παραμύθια σου.
Στοίχειωσε η μορφή σου
Εικόνα του νόστου
Και του καημού.
Κι όλο προσδοκώ
Να επιστρέψουμε εκεί
Ν’ απολειτουργηθούμε.
Η γυναίκα είτε είναι μάνα είτε θα γίνει κάποια ώρα – μα κι αν υιοθετήσει, μετατρέπει την αγάπη της σε δύναμη και σε θυσία. Σε ειρήνη και σε πόλεμο η γυναίκα ξελασπώνει τα λάθη της εξουσίας, τα λάθη των ανδρών.
Η μικρή σχεδόν παιδούλα Αντιγόνη κατά το Σοφοκλή διακηρύσσει : ούτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν ( = δε γεννήθηκα για να συμμερίζομαι το μίσος αλλά την αγάπη).

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΘΡΑΚΙΩΤΩΝ ΓΙΑ ΜΑΝΑ
Αν θέλουμε να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε έναν τόπο μπορούμε να δούμε τις πλατείες των πόλεων και τις βρύσες των γειτονιών και των χωριών. Μπορούμε να διαβάσουμε τα γραπτά των ποιητών και των άλλων συγγραφέων. Μέσα στα πεζά και ποιητικά τους κείμενα ζούμε και μεις την ανάσα τους, τις λέξεις που τους ψιθύριζε η μάνα στον κόρφο της και οι καημοί που ο πατέρας φύτευε στο μυαλό του παιδιού τους. Μπορεί αργότερα ο ποιητής να έφυγε από τον τόπο που γεννήθηκε, ο ψίθυρος της μάνας και ο καημός του πατέρα είναι αξέχαστα, χαραγμένα βαθιά στην ψυχή και στη λαλιά του δημιουργού.
Οι δύο μεγάλοι Θρακιώτες ποιητές μας, ο Γεώργιος Βιζυηνός και ο Κώστας Βάρναλης αγαπούσαν ιδιαίτερα τις μάνες τους. Σε πολλά κείμενά τους αποτυπώνουν τούτη την αγάπη. Θα παραθέσω δύο χαρακτηριστικά ποιήματά τους με την ευκαιρία της Ημέρας της Μητέρας.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ (1849 – 1896)
Η μητέρα
Πώς να πειράξω τη μητέρα
να κάμω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί;
Πώς ν’ αρνηθώ ή ν ‘ αναβάλω
ό,τι ορίζει κι απαιτεί,
αφού στη γη δεν έχω άλλο
κανένα φίλο σαν αυτή;
Αυτή στα στήθη τα γλυκά της
με είχε βρέφος απαλό,
με κάθιζε στα γόνατά της
και μ’ έμαθε να ομιλώ.
Αυτή με τρέφει και με ντύνει
όλο το χρόνο που γυρνά,
και δίπλα στη μικρή μου κλίνη,
σαν αρρωστήσω ξαγρυπνά.
Αυτή σαν πέσω και χτυπήσω
φιλά να γειάνει την πληγή.
Αυτή, τι πρέπει να αφήσω
και τι να κάμω μ’΄οδηγεί.
Πώς το λοιπόν τέτοια μητέρα
να κάμω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί;
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (1884 – 1974)
Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ
Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.
Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!
Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!
Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.
Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.
Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.
Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.
Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .
Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.
Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!
Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.
Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.
Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!
Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!
Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .
Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.
Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
Τρομαγμένοι
ρωτήσαμε τη μάνα μας μήπως
έρχεται να σαρώσει ο εχτρός
τη σοδιά μας και πάλι.
Χαμογέλασε όπως μόνο οι μάνες
ξέρουν να χαμογελούν στα παιδιά τους.
Σφόγγιξε με τα χείλια της
απ’ το μέτωπό μας την αγωνία
«Ησυχάστε» μας είπε
με την αλάθητη πείρα της,
«δεν είναι ποδοβολητό.
Είναι ο ουρανός που βροντά, ησυχάστε!
Ανοίχτε τα στήθια
χαρείτε τη βροχή που θα έρθει».
Το 2000 κυκλοφόρησε η συλλογή μου «Άδηλες σχέσεις» που περιέχει ποιήματα τις δεκαετίας 1986 – 96.
Ξέρεις πως μέσα σου κρατάς
τον πόνο τις αιώνιας μάνας
που στον κόρφο τις κρύβει
την αιώνια άνοιξη
ή καλύτερα
αυτό που θα φέρει τον άνθρωπο του
ανθρώπου το κάλλος.
“Βιογραφικό αλφαβητάρι της μητέρας μου”
Της Δήμητρας Κατάκη
Όλες τις λέξεις και τα γράμματα της γης
δώσε μου, μούσα,
και πάλι δε θα φτάνανε,
καινούργια πρέπει να βρεθούν
για ν’ αποδώσουν
της μάνας μου τις αρετές και τα κάλλη.
Αφοσίωση αιώνια
Βάσανα αγιοποιητικά
Γέννες ζείδωρες τέσσερες
Δρασκελιές – όχι βήματα
σα διάβαινες
η γη που τραντάζονταν
Ευγένεια ύψιστη
ζηλευτό ιδανικό μου
Ζυμάρι αφράτο
μαζί σου να τσαλαβουτώ
να τρελαίνομαι
Ήρεμα λόγια
βάλσαμο
Θέληση βουβή
Ικεσίας βλέμμα στον ουρανό
αλησμόνητο
Καλοσύνη απροσμέτρητη
Λύπες ασήκωτες
τους ώμους που κυρτώσανε
Μικρασίας λυγμοί και τραγούδια στα χείλη σου
Νανουρίσματα
σε παραδεισένια όνειρα
που μ’ έστελναν
Ξημέρωμα μ’ ελπίδες
στο προσκεφάλι μου πάνω
Ομορφιά ανεπιτήδευτη
που φτιασίδια ανάγκη δεν είχε
Πίστη στο αύριο ακράδαντη
Ρωμιοσύνης σύνοψη
Συγχώρεση
που αφειδώλευτα χαρίζονταν
Τιμή μέγιστη
που μάνα μας είσαι
Υπομονή της Παναγιάς
Φυλαχτό μας ο ίσκιος σου
Χαράς αιτία τ’ άγγιγμά σου
Ψωμί ζεστό ο κόρφος σου
κι Aνάσταση
Ωραιότητας μνήμη
η νιότη σου
Καμαρώνω
να μου λένε
πως σου μοιάζω
Μητέρα!
Δήμητρα Κατάκη 29/5/2006
γ Εκτός από τη μάνα και ο πατέρας συμβάλλει αενάως στο ανθρώπινο γίγνεσθαι
Και ο ίδιος ο δημιουργός Γιάννης Μενεσίδης μιλά για: Κεκρυμμένη χαρά
«Παραλληλίζω τη ζωγραφική μου με μια ροδιά που μεταφέρει έννοιες κεκρυμμένης χαράς. Γλυκαίνομαι, χάνομαι και αποσαθρώνομαι στη ζωγραφική επιφάνεια. Ψάχνω να βρω αυτά που μου χαρίζονται. Φορώ ρούχα δανεικά, σκορπίζομαι και γίνομαι πολύμορφος. Κοπιάζω, απογοητεύομαι, η επιφάνειά μου όταν φωτίζεται δωρεάν, υπερίπταμαι. Είναι κάτι που δεν το εξασφαλίζει η προσπάθειά μου. Ούτε ζωγραφικά μου παρέχεται πάντα η ασφάλεια της σωστής απόδοσης. Η εμπειρία μου με βοηθά μόνο να μην ξεστρατίσω. Θα ήθελα να υπάρχω εν ονόματι του πλήθους που χάνομαι».
Όλο το έργο του Γιάννη Μενεσίδη – εικαστικό και συγγραφικό – αποτελεί πολύτιμο κιβωτό της παράδοσης του νεοελληνισμού.


