Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (1862 – 1937) και η Ξάνθη – Γράφει ο Θανάσης Μουσόπουλος.
Μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η πληροφορία ότι ο ηπειρώτης γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος Χρήστος Χρηστοβασίλης πήγε σε σχολείο της Ξάνθης, γύρω στα 1875. Αυτό το είχα ακούσει πολύ παλιά.
Το 1984 μελέτησα το βιβλίο της αείμνηστης θρακιώτισσας Καλλιόπης Παπαθανάση Μουσιοπούλου (1924 – 1993) «Ο Ηπειρώτης Χρ. Χρηστοβασίλης – Ιστορικά – Λοαγραφικά», εκδ. Πιτσιλός, Αθήνα, 1984, σελ. 168, που αναφέρει τις σπουδές της στην Ξάνθη (σελ.26-27).

Στο κείμενό μου θα αναφερθώ εισαγωγικά σε εργοβιογραφικό σημείωμα του Χρηστοβασίλη και στη συνέχεια θα προσεγγίσουμε τη σχέση του με την Ξάνθη.
Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (20 Ιουλίου 1862 – 21 Φεβρουαρίου 1937) γεννήθηκε στο χωριό Μικρό Σουλόπουλο Ιωαννίνων στον ποταμό Καλαμά, όταν η περιοχή ήταν ακόμη υπό οθωμανική κατοχή. Ως έφηβος έφυγε από το σχολείο για να συμμετάσχει στην Ηπειρώτικη Επανάσταση του 1878 και εντάχθηκε σε αντάρτικα σώματα στην περιοχή των Αγίων Σαράντα. Οι οθωμανικές αρχές τον συνέλαβαν δύο φορές και τον καταδίκασαν σε θάνατο, όμως κατάφερε και δραπέτευσε προς την απελευθερωμένη Ελλάδα. Το 1885 βρίσκεται στην Αθήνα, όπου και σπούδασε, συνέλεξε υλικό και εξέδωσε μεγάλο αριθμό έργων σχετικά με την ελληνική ιστορία. Τον Δεκέμβριο του 1889 κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο της εφημερίδας Ακρόπολις για το έργο του Διηγήματα της Στάνης. Με το πέρας των Βαλκανικών Πολέμων το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου εντάχθηκε στην Ελλάδα, δραστηριοποιήθηκε στα Ιωάννινα όπου και εξέδιδε την εφημερίδα Ελευθερία, ενώ το 1936 το πολιτισμικό περιοδικό Ηπειρωτικά Φύλλα. Ο Χρηστοβασίλης εκλέχθηκε δύο φορές βουλευτής Ιωαννίνων στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, το 1926 και 1935.
Το έργο του Χρήστου Χρηστοβασίλη εμπνεόταν από την καθημερινότητα των παραδοσιακών και αγροτικών πληθυσμών της Ηπείρου, ενώ υπήρξε κύριος εκπρόσωπος της βουκολικής λογοτεχνίας εκείνης της εποχής. Έγραφε μόνο σε δημοτική γλώσσα, την οποία αποκαλούσε “Κοινή του μέλλοντος”. Ολόκληρη η εργογραφία του Χρηστοβασίλη διακατέχονταν από πατριωτικό αίσθημα ενάντια στον οθωμανικό ζυγό. Το αρχείο του σώζεται σε απογόνους του στην Πάτρα.
Κύρια έργα του ήταν: Διηγήματα της Στάνης – Διηγήματα της ξενιτιάς – Διηγήματα του μικρού σκολειού – Απομνημονεύματα μιας ζωής – Η αγάπη – Τριλογία – Η όμορφη νύφη – Οι θερίστρες – Ο ερωτόληπτος υποδηματοποιός – Αγώνες του Σουλίου – Για την πατρίδα – Η Ήπειρος γεωγραφικώς και εθνολογικώς από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον – Ηπειρωτικά παραμύθια
Βασισμένοι σε δύο πηγές, θα αναφερθούμε στη σχέση του Χρηστοβασίλη με την Ξάνθη.

Η Δροσιά Κατσίλα, στη Διδακτορική της Διατριβή, Ο Βίος και το Έργο του Χρήστου Χρηστοβασίλη – Γραμματολογική και Αρχειακή Μελέτη, Ιωάννινα, 2004, αναφέρει:
«Αργότερα φοίτησε στη Ζίτσα στο αλληλοδιδακτικό σχολείο, το οποίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει λόγω της βαναυσότητας του δασκάλου του. Από εκεί πήγε στην Κρετσούνιτσα, μετά στην Ξάνθη με το καραβάνι του Φετάνη, στον αδελφό του πατέρα του Σπυράκη Βασιλείου, ο οποίος τότε ήταν διευθυντής του Μονοπωλίου των Καπνών και ενοικιαστής της δεκάτης στο τουρκικό δημόσιο. Στην Ξάνθη τελείωσε το Σχολαρχείο. Επειδή όμως δεν υπήρχε Γυμνάσιο, ο θείος του αναγκάστηκε να τον στείλει στη Σμύρνη, στο σπίτι του, όπου φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης» (σελ. 86).
Στον τόμο «Ξάνθη, Η πόλη με τα χίλια χρώματα», επιμέλεια Δ. Α. Μαυρίδης, Δήμος Ξάνθης ΠΑΚΕΘΡΑ,2007, στο άρθρο «Η εκπαίδευση στην Ξάνθη» του Κώστα Χατζόπουλου πληροφορούμαστε ότι στην πόλη κατά την περίοδο 1870 – 1913 «λειτουργούσαν τα εξής σχολεία: έξι ελληνικά ως τη δεκαετία του 1880 και επτά μετά το 1890· δύο και, αργότερα, τρία οθωμανικά· ένα βουλγαρικό και πιθανότατα ένα αρμενικό.
Από τα ελληνικά σχολεία, το ένα ήταν ‘Αρρεναγωγείο’ (ονομαζόταν και ‘Ημιγυμνάσιο’) με πέντε τάξεις (προφανώς οι τρεις πρώτες τάξεις αντιστοιχούσαν στο τριτάξιο ‘Ελληνικό Σχολείο’ και οι δύο τελευταίες στο τετρατάξιο ‘Γυμνάσιο’ της εποχής), ένα ‘Παρθεναγωγείο’ […], ένα τετρατάξιο δημοτικό για αγόρια από 8 ως 12 ετών, το οποίο στις πηγές χαρακτηρίζεται ως ‘προπαρασκευαστικό’ και ως ‘ιδρυμένο και χρηματοδοτούμενο από τον ευεργέτη της πόλης Μιχαήλ Ματσίνη’, καθώς και τρία σχολεία ‘ελβετικού συστήματος για παιδιά από 4 ως 9 ετών’» (σελ.51).
Διαπιστώνουμε ότι η Ξάνθη διέθετε ικανό εκπαιδευτικό δίκτυο, γεγονός που προσέλυε μαθητές και από άλλες περιοχές του υπόδουλου ελληνισμού.
Κλείνοντας το κείμενό μου θα παραθέσω την αρχή και το τέλος από το διήγημα «Ο ξενιτεμένος», από τα νεανικά χρόνια του Χρηστοβασίλη.
«ΕΙΤΑΝ ἕνα Σαββάτο βράδυ τοῦ χειμῶνα τοῦ 186… Καμμιὰ δεκαριὰ γυναῖκες τοῦ Μικροῦ Χωριοῦ, ποῦ εἶναι ψηλὰ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς ράχης, ἔπαιρναν νερὸ στὴν ἄκρη τοῦ Καλαμᾶ, ποῦ σκίζει τὴν Ἤπειρο ἀπὸ βοριᾶ κατὰ νοτιά. Κάθε μιὰ ἀπ’αὐτὲς ἤθελαν καὶ παραήθελαν ποιὰ νὰ γιομίσῃ πρίτερα, γιατὶ εἶταν ἡ ὥρα περασμένη καὶ μιὰ κατεβασιὰ μοναχὰ εἶταν στὸν ὄχτο τοῦ ποταμιοῦ, κι’ ἀπὸ κεῖ ἔπρεπε νὰ γιομίσουν τὲς βουτσέλλες τους, κατεβαίνοντας μιὰ−μιά, γιατὶ τὸ μέρος τῆς κατεβασιᾶς εἶταν στενό. Οἱ νύφες ὅμως κι’ οἱ τσιοῦπρες, ἄν κι’ εἶταν ἀπὸ πολλὴ ὥρα στὴν ἄκρη τοῦ ποταμοῦ, ἄφιναν τὲς μεγαλύτερες, ἄν κι’ αὐτὲς ἔρχονταν ἀργότερα, γιατὶ ἡ ἡλικία χαίρει πολλὰ δικαιώματα στὸν τόπον ἐκεῖνον τὸν μισοάγριο.
Ἡ μέρα ἐκείνη, ποῦ ψυχορραγοῦσε, εἶταν βροχερή. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ εἶταν θολὸ. Οἱ Μικροχωρῖτες, ἄν κι’ ἔχουν γύρα τους ἄλλα ποταμάκια καὶ ρεματιὲς μὲ ξάστερα νερά, πάντοτε παίρνουν νερὸ ἀπὸ τὸν Καλαμᾶ.
Τὰ ὑστερνὰ σύννεφα, ποῦ ἔκαναν τὸ ἡλιοβασίλεμα σἄν φλωρένιο κάμπο, λίγο κατ’ ὀλίγο ἔγειναν μαῦρα, φοβερὰ, κι’ ἔλαβαν χίλιων λογιῶν μορφὲς, κι’ ἡ Νύχτα, ποῦ ἄρχισε ν’ ἁπλώνῃ τὰ φτερά της ἔδινε ἕνα γλυκὸ φίλημα στὸ πρόσωπο τῆς Ἡμέρας, ποῦ ἔφευγε, γέροντας πίσω ἀπὸ τὸ φωτεινὸ ὄχτο, ποῦ φκιάνουν οἱ κορφὲς τῶν βουνῶν, κι’ ἐπήγαινε περίλυπη νὰ θαφτῇ στὴν ἀπέραντη νεκρόπολη τῶν περασμένων.
[…] Ὅταν τελείωσε τὴν ἱστορία του ὁ Κώστας, ὅλοι γύρω του εἶχαν τὰ μάτια γεμᾶτα δάκρυα. Ὁ προὔχοντας, θέλοντας νὰ διώξῃ τὴ Λύπη, ποῦ ἄνοιξε τὰ φτερά της ψηλὰ στὸ πανηγύρι τῆς Χαρᾶς, τὴ λύπη, ποῦ προξένησε ἡ ἱστορία τοῦ Κώστα, εἶπε στὴν Κώσταινα:
− Κώσταινα! ἐγὼ σοῦ εἶπα πρῶτος «τὰ σχαρήκια!» ἅμα μπῆκα στὴν αὐλή σου. Δός μου, λοιπὸν τὰ σχαρήκια μου τώρα! δὲν τὸ κουνάω ἀπἔδω χωρὶς σχαρήκια!…
Κι’ ἡ Κώσταινα περίχαρη ἄνοιξε τὴ μοσκοβολημένη της τὴν κασσέλλα κι’ ἔβγαλε ἀπὸ μέσα καρύδια, σταφύλια, σῦκα, συκομαΐδες καὶ μῆλα κι’ ἔδωκε στὸν προὔχοντα καὶ σ’ ὅλους, ὅσοι εἶταν μέσα, ὕστερα τοὺς ἔδωκε τὸ παγούρι μὲ τὸ ρακὶ, κι’ ἀφοῦ ἔπιαν καθένας ἀπὸ κἄνα δύο φορὲς κι’ εὐκήθηκαν στὸν Κώστα τὸ «Καλῶς ἦρθες ἀπὸ τὰ ξένα γερὸς καὶ καλὰ» καὶ στὴν Κώσταινα τὸ «καλῶς τὸν ἀποδέχτηκες» ἔφυγαν, κι’ ἔμειναν μοναχοὶ μέσα στὸ σπίτι ἐκεῖνο, ποῦ δὲν εἶχε ἰδεῖ ἄλλη φορὰ καλὴ μέρα, ἡ Κώσταινα μὲ τὸν Κώστα της, ποὖχε σαράντα χρόνια στὴν Ξενιτειά, χωρὶς γράμμα καὶ χωρὶς ἀντιλογιά».
Όσοι / όσες τους άρεσε το αφήγημα του Χρήστου Χρηστοβασίλη, μπορούν να το διαβάσουν ολ΄κληρο στο Διαδίκτυο. Αξίζει τον κόπο…











