Φυλακισμένη Αφροδίτη – Πέτρου Πουρλιάκα – Eκδόσεις Πνοή.
Γράφει ο δημοσιογράφος – συγγραφέας, Γιάννης Ζυγούλης
Η Αφροδίτη της Μήλου είναι ένα αριστούργημα της ελληνιστικής τέχνης το οποίο συνδυάζει αρμονικά τη γυναικεία ομορφιά και τη θηλυκότητα. Το μαρμάρινο έργο βρέθηκε την άνοιξη του 1820 σε αγροτική περιοχή της Μήλου και λίγο αργότερα κατέληξε στο Μουσείο του Λούβρου, όπου και εκτίθεται μέχρι σήμερα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ασφαλώς η περιπέτεια του αγάλματος μετά την ανακάλυψή του και η αρπαγή (ή κλοπή) από τους Γάλλους που ζήλεψαν τη… δόξα του Λόρδου Έλγιν.
Το έργο ήρθε στο φως τυχαία από έναν αγρότη που έσκαβε στο χωράφι του. Ο άνθρωπος προσπάθησε να βγάλει το άγαλμα από το χώμα αλλά τον είδαν μερικοί Γάλλοι ναύτες από ένα γαλλικό πλοίο που είχε σταθμεύσει στην περιοχή. Ο αγρότης δεν αντιλήφθηκε την αξία του έργου που είχε βγάλει από τη γη του, αλλά οι Γάλλοι κατάλαβαν με την πρώτη ματιά. Έτσι, άρχισαν να πιέζουν φορτικά τον αγρότη προκειμένου να τους παραδώσει το άγαλμα με αντάλλαγμα μερικά γρόσια.Από την άλλη, ο δυστυχής βρέθηκε σε δύσκολη θέση και ζήτησε τη βοήθεια των προκρίτων του νησιού ενώ οι Γάλλοι έφεραν ενισχύσεις προξένους και άλλους αξιωματούχους που βρέθηκαν εκεί κοντά. Τις επόμενες ημέρες εκτυλίχθηκε στη Μήλο μια θλιβερή αναμέτρηση στην οποία συμμετείχαν Έλληνες και Γάλλοι αλλά και Οθωμανοί αξιωματούχοι. Όλοι διεκδικούσαν το άγαλμα, πίεζαν αθέμιτα όσο μπορούσαν και ανέβαζαν τις χρηματικές προσφορές. Στο τέλος η Αφροδίτη της Μήλου φορτώθηκε σ’ ένα γαλλικό καράβι και έφυγε για τη Γαλλία.
Αυτό είναι το θέμα του καταπληκτικού μυθιστορήματος «Φυλακισμένη Αφροδίτη» του Πέτρου Πουρλιάκα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή. Το έργο εκτείνεται σε 330 σελίδες ενώ η έκδοση είναι ιδιαίτερα προσεγμένη και καλαίσθητη.
Η αρπαγή της Αφροδίτης δεν είναι άγνωστη Ιστορία αλλά δεν είναι ούτε ευρέως γνωστή. Ωστόσο με την παρέμβαση του συγγραφέα το έργο γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον καθώς διαθέτει κάποιες ιδιαιτερότητες που το κάνουν ξεχωριστό.
Το πρώτο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η ιστορική έρευνα του Πέτρου Πουρλιάκα με την οποία αναδεικνύονται πολλαπλά στοιχεία για την καθημερινή ζωή στη Μήλο, στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στις περιοχές του Πόντου και της Μαύρης Θάλασσας. Κι ακόμα λεπτομέρειες για τη ναυσιπλοΐα του 19ου αιώνα, τους θεσμούς της εποχής και την παρακμιακή κατάσταση της Οθωμανικής διοίκησης. Μέτρησα τέσσερις σελίδες βιβλιογραφία και είναι φανερό ότι ο συγγραφέας ξόδεψε χρόνο και προσπάθεια προκειμένου να ζωντανέψει στο χαρτί τον ελληνικό χώρο λίγο πριν την Επανάσταση του 1821 και -ίσως- περισσότερο τη Σμύρνη:
«Μοσχομυρίζει παντού μαστίχα, λιβάνι, εκείνο το αφυδατωμένο λεμόνι της Αιγύπτου και υπέροχος καφές, ενώ στο “Γεμίς Τσαρσί” είδε τόσα φρούτα και ξηρούς καρπούς που δεν έχει δει σ’ όλη του τη ζωή. Στο “Ίντζιρ Τσαρσί” αγόρασε λίγα σύκα σε τελαράκι ξύλινο μέσα σε φύλλα δάφνης, καθώς τα σύκα της Σμύρνης είναι περιβόητα και όχι τυχαία. Είναι εξαίσια. Πιο πάνω σε μια άλλη αγορά, το “Ζεΐτούν Τσαρσί”, αγόρασε ένα μικρό πιθάρι λάδι απ’ τα Βουρλά ενώ το βάρος που κουβαλά, γίνεται τουλάχιστον υπολογίσιμο. Κατόπιν μπήκε στα “σερβατάδικα” που είναι η αγορά των υφασμάτων…».
Ένα άλλο ξεχωριστό «στολίδι» του βιβλίου είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται για τις συνομιλίες των Ελλήνων της Μήλου. Πρόκειται για τη ντοπιολαλιά του νησιού αναμεμιγμένη με φράγκικες ή τούρκικες λέξεις. Αυτή η γλώσσα αποτυπώνεται και γραπτώς σε δημόσια έγγραφα, όπως για παράδειγμα σε κάποιο προικοσύμφωνο:
«Αρχή το σπίτι όπου έχει ανώγι και κατώγι με στέρνα δικαίομα να πίνει έτερη θυγατέρα Καλλιόπην όσο παραμένει ανύπανδρος. Κονήσματα δύο, μπάγκο ταλμπαδένιο ένα. Κασέλες τρης η μία κυπαρισσένια και δυο ταλμπαδένιες, πανοσέντονα τέσσερα, κατοσέντονα έξι, σκεπαστάρια δύο, ποκάμισα τρία».

Όμως το πιο ιδιαίτερο κομμάτι του έργου είναι το λαογραφικό. Στις σελίδες του βιβλίου φανερώνονται τα έθιμα του προξενιού και του γάμου, οι συνήθειες των ανθρώπων στις γιορτές ή στους θανάτους, οι σχέσεις εντός τις οικογένειας και φυσικά άπειρες προλήψεις που έχουν πλέον ξεχαστεί και ακούγονται παράξενα:
«Το “δέσιμο” του γαμπρού είναι ο φόβος και ο τρόμος της στέψης, επειδή άμα κάποιος πάρει το κορδελάκι απ’ τα στέφανα κρυφά και δέσει κόμπο και πει τα λόγια του “δεσίματος”, πάει ο γαμπρός, μένει άσφαιρος! Όμως ο γαμπρός έχει μάνα την κερά Μόσχω, όχι όποια κι όποια! Πρώτον, ο Αντώνης φοράει άπλυτο σώβρακο, δεύτερον έχει τυλιγμένο στη μέση ένα κομμάτι από ψαράδικο δίχτυ παλιακό, τρίτον στο δεξί παπούτσι έχει ένα ψαλιδάκι…».
Κατά τα λοιπά, το έργο περιγράφει με λεπτομέρειες και ιστορική ακρίβεια όσα είναι γνωστά για την αρπαγή της Αφροδίτης. Η μυθοπλασία παρεμβάλλεται στις δευτερεύουσες ιστορίες, δηλαδή στις προσωπικές σχέσεις των πρωταγωνιστών.Το κλίμα εποχής είναι εξαιρετικό και αποτυπώνει πιστά τη συμπεριφορά της Οθωμανικής διοίκησης απέναντι στους ραγιάδες αλλά και προς τους ξένους που «αλώνιζαν» στα εδάφη της. Και στο τέλος, ο συγγραφέας δίνει πειστική απάντηση στο ντροπιαστικό ερώτημα: Γιατί οι Έλληνες έδωσαν την Αφροδίτη στους Γάλλους;Διότι οι άνθρωποι ήταν βουτηγμένοι μέσα στη φτώχεια, την αγραμματοσύνη και τις δεισιδαιμονίες που γεννά η έλλειψη παιδείας.
Εν κατακλείδι, η «Φυλακισμένη Αφροδίτη» είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα που μπορεί να διαβαστεί ως βιβλίο μυθοπλασίας, ως έργο Ιστορίας αλλά και ως λαογραφικό ανάγνωσμα. Ο Πέτρος Πουρλιάκας εργάστηκε σκληρά και έγραψε ένα απολαυστικό βιβλίο το οποίο σίγουρα αξίζει να διαβαστεί!
Ο Γιάννης Ζυγούλης γεννήθηκε στη Στυλίδα Φθιώτιδος και τα τελευταία χρόνια ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος και μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ). Έχει εργαστεί ως ρεπόρτερ στις εφημερίδες Καθημερινή και Νέα Μεσημβρινή, στο περιοδικό ΕΝΑ και στους ραδιοφωνικούς σταθμούς Σκάι και Flash.Επίσης διετέλεσε επί σειρά ετών αρχισυντάκτης ύλης στην εφημερίδα Ημερησία. Είναι μέλος του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών και Συγγραφέων.






