Το τελευταίο καρναβάλι του Χουάν Ρομάν Ντομένικο – Εκδόσεις Πνοή – Σχολιάζει η Δήμητρα Σαμλίδου.
Πόσο πιθανό είναι ένας… παπαγάλος να ορίσει και να κρίνει το μέλλον ενός ανθρώπου; Ή να είναι ένας εκατομμυριούχος κληρονόμος; Στο βιβλίο του Μοχάμεντ Ι. Μπεν Γκούζι είναι απολύτως φυσιολογικό και
ένα φαινόμενο καθημερινό.
Ο συγγραφέας του έργου “Το τελευταίο καρναβάλι του Χουάν Ρομάν Ντομένικο”, Μοχάμεντ Ι. Μπεν Γκούζι γεννήθηκε στην Αθήνα το 1985 από Λίβυους γονείς και αποφοίτησε από τη σχολή δημοσιογραφίας. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου της Λιβύης και της Αραβικής Άνοιξης, κάλυψε ως δημοσιογράφος και διερμηνέας τα γεγονότα εκ μέρους του ελληνικού Τύπου. Εργάστηκε, στη συνέχεια, σε τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς της Λιβύης και της Τυνησίας, ενώ συνέβασε στην έρευνα και τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ “Το τραγούδι του Γιουσέφ”, σε παραγωγή του Wideangle. Έχει εργαστεί ως πολιτισμικός διαμεσολαβητής σε δομές προσφύγων στη Λέσβο και διερμηνέας σε νοσοκομεία της Αττικής.
Στο παρόν έργο του, βλέπουμε τη Ρεβέκκα Ξενάκη να μένει ορφανή από γονείς και αμέσως οι θείοι της σπεύδουν να αναλάβουν την κηδεμονία της. Εγκλωβισμένη σε μια πραγματικότητα που δεν της ταιριάζει
και δεν χωράει, καταφέρνει να δραπετεύσει και να ταξιδέψει στην άλλη άκρη του Ατλαντικού Ωκεανού, στις όχθες του Ρίο δε λα Πλάτα. Βαφτίστηκε στον Αμαζόνιο και η ζούγκλα έγινε το σπίτι της…
Τριάντα χρόνια αργότερα και έπειτα από πολλές επιστημονικές διακρίσεις στον τομέα της ζωολογίας, η Ρεβέκκα αποφασίζει να επιστρέψει στο ανθρώπινο σπίτι της και να αφήσει την τελευταία της εκπνοή
εκεί, όπου έμεινε ορφανή. Ο θείος Ξενοφώντας, η θεία Πελαγία και η Δάφνη αγωνιούν να μάθουν ποιον όρισε κληρονόμο της ακίνητης περιουσίας της, η καταξιωμένη ερευνήτρια. Ο δικηγόρος διαβάζει ενώπιον
όλων τους κανόνες του παιχνιδιού που έθεσε η Ρεβέκκα λίγο πριν αφήσει τα επίγεια. Ο κριτής του παιχνιδιού θα περνούσε μία εβδομάδα με τον καθένα και στο τέλος θα αποφάσιζε ποιος θα διαχειριζόταν
την κληρονομιά της. Και το όνομα αυτού: Μπότζω, Μπότζω, Μπότζω. Ο σύντροφος ζωής, πολυλογάς και πολύχρωμος, εξ Αμαζονίου ορμώμενος…παπαγάλος. Και το παιχνίδι ξεκινά.
Το βιβλίο είναι γραμμένο στο τρίτο πρόσωπο, από τη σκοπιά του παντογνώστη αφηγητή, ο οποίος διηγείται τον εσωτερικό κόσμο των πρωταγωνιστών, τα τοπία, τα σκηνικά, μέσα από γλαφυρές
περιγραφές, έντονα χρώματα, αρώματα και γεύσεις. Το ύφος σε πολλά σημεία είναι σατυρικό, καυστικό και χιουμοριστικό, ενώ ξεπετάγονται υβριστικές λέξεις που δεν ξεπερνούν το όριο της ασέβειας του
κειμένου. Είναι ενσωματωμένες ισπανικές φράσεις, με τις αντίστοιχες μεταφράσεις στην ελληνική γλώσσα, οι οποίες είναι απολύτως κατανοητές και ταιριαστές με το ύφος του κειμένου. Σκιαγραφούνται
οι χαρακτήρες του βιβλίου και κλιμακώνονται μέσα από μία σειρά γεγονότων και αποφάσεων που οι ίδιοι παίρνουν, προκειμένου να κερδίσουν την εύνοια του κληρονόμου, αλλά και τα χρήματα. Σε αρκετές
σκηνές πλέκεται το αλληγορικό, σουρρεαλιστικό στοιχείο με την πραγματικότητα, παντρεύονται η υπερβολή με τον ρεαλισμό σε έναν τόνο που θα μπορούσε να πει κανείς “τι πιο σύνηθες;”.
Ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, το οποίο παρά την εύθυμη διάθεση, καταφέρνει να συγκινήσει και να πυροδοτήσει ενδόμυχα συναισθήματα. Μία αντανάκλαση της πραγματικότητας μέσα από χορούς των
φυλών του Αμαζονίου, της χλωρίδας και της πανίδας που μας θυμίζουν πως η ζωή είναι ένα καρναβάλι.








