Πώς συνάντησα τον Χρόνη Μίσσιο – Γράφει ο Αντώνης Μιχαηλίδης.

Το 1996 εργάστηκα ως αναπληρωτής εκπαιδευτικός στη δημόσια εκπαίδευση μετά από 15 χρόνια στην ιδιωτική. Μετά από δεκαπέντε χρόνια σκληρής δουλειάς, χωρίς
ωράριο, από τις 8 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ και τις νύχτες για διορθώσεις, εφτά ημέρες την εβδομάδα, υπέβαλα τα χαρτιά μου για να διορισθώ ως αναπληρωτής.
Τοποθετήθηκα στο γυμνάσιο και το λύκειο του Καπανδριτίου. Τα συγκεκριμένα σχολεία κάλυπταν τότε το Καπανδρίτι, τα Κιούρκα και τον Βαρνάβα. Μετά τη θητεία
μου στην ιδιωτική εκπαίδευση (φροντιστήρια κυρίως) η προσαρμογή δεν είχε δυσκολίες. Προσπερνώ τις σχέσεις μεταξύ των συναδέλφων, για να αναφερθώ στην
πρώτη μου επαφή με τον Χρόνη Μίσσιο.
Ο Μίσσιος είχε εμφανιστεί στον χώρο της λογοτεχνίας σε μεγάλη ηλικία στα μέσα της δεκαετίας του 80. Η ανεπεξέργαστη και αντισυμβατική γραφή και κυρίως τα
βιώματα που αποτύπωσε στα δυο του πρώτα αφηγήματα (Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς 1985, Χαμογέλα ρε … τι σου ζητάνε; 1988) είχαν εντυπωσιάσει το βιβλιόφιλο
κοινό μηδέ εμού εξαιρουμένου. Η ζωντανή γλώσσα του και τα σκληρά βιώματα που κατέθετε στα αυτοβιογραφικά πρώτα του έργα μαζί με την οργή και το πείσμα που
βρίσκαμε στα κείμενα αυτά τού έδωσαν μεγάλη δημοφιλία και εκτόξευσαν τις πωλήσεις σε ύψη ρεκόρ.
Δουλεύοντας λοιπόν στα σχολεία του Καπανδριτίου πληροφορήθηκα πως ο Μίσσιος κατοικούσε κοντά στον Βαρνάβα και μάλιστα έτρωγε καθημερινά σε ένα
συγκεκριμένο κατάστημα. Μέλος του προσωπικού του σχολείου τον γνώριζε προσωπικά και προσφέρθηκε να με φέρει σε επαφή. Του τηλεφώνησα και του
ζήτησα μια συνάντηση, για να τον καλέσω να μιλήσει στα σχολείο στα παιδιά μας. Ορίστηκε το ραντεβού για την επόμενη ημέρα μετά την ολοκλήρωση των ωρών
διδασκαλίας μου. Την επόμενη όμως μέρα αποφασίστηκε αιφνιδιαστικά περίπατος σε ένα τοπικό γήπεδο. Ζήτησα από τον διευθυντή του γυμνασίου να μου επιτρέψει
να πάω στη συνάντηση με τον Μίσσιο και να επιστρέψω στον χώρο του περιπάτου μόλις τελειώσω. Μου το αρνήθηκε κοφτά και χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Αναγκάστηκα να επικοινωνήσω με τον συγγραφέα και να του ζητήσω μετάθεση της συνάντησης κατά μία ημέρα. Μου απάντησε ότι την επόμενη μέρα το πρωί είχε να
ασχοληθεί με τις κότες του και τα μποστάνια του. Ήταν προφανές πως είχε ενοχληθεί από τη μετάθεση του ραντεβού.
Τον συνάντησα τελικά μετά από δύο μέρες. Το σπίτι του ήταν μέσα σε ένα πολύ πράσινο μέρος. Ήταν ένα κανονικό χωριάτικο σπίτι με τα ζωντανά του και τα
κηπευτικά του. Μιλήσαμε αρκετά. Μάλλον εκείνος μιλούσε και εγώ κατέγραφα σαν σφουγγάρι ό,τι μου έλεγε. Μου εξήγησε ότι οι εκπαιδευτικοί δεν αγαπούν τη
λογοτεχνία, δεν διαβάζουν. Πώς να διαφωνήσω; Είναι αλήθεια για τους περισσότερους. Υπάρχουν και λίγοι που διαβάζουν Μαντά και Δημουλίδου.
Λιγότεροι ασφαλώς προτιμούν τον Βενέζη, τον Κάφκα και τον Καζαντζάκη.
Τότε, το 1996, είχε μόλις εκδοθεί το τέταρτο έργο του (Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι). Του το έδωσα και μου το υπέγραψε με μια πολύ κολακευτική αφιέρωση,
προϊόν της συζήτησης που είχαμε ήδη κάνει τις δύο ώρες εκείνη τη μέρα. Τον ρώτησα πού διαδραματιζόταν το Γεράνι και μου απάντησε στη Λέσβο και μου
συνέστησε να την επισκεφτώ λέγοντας πως πρόκειται για ένα πανέμορφο νησί. Αρνήθηκε τελικά να έρθει στο σχολείο αμφισβητώντας τη χρησιμότητα μιας τέτοιας
εκδήλωσης λόγω της κακής εικόνας που είχε για τους εκπαιδευτικούς. Τον ρώτησα πώς ανέπτυξε την παιδεία του και την ικανότητα γραφής, ενώ μεγάλο μέρος της
ζωής του ήταν εξόριστος και φυλακισμένος. Με εξέπληξε, όταν μου είπε πως στα ξερονήσια και στις φυλακές είχαν πολύ πλούσιες βιβλιοθήκες και σε αυτές έβρισκε
κανείς και απαγορευμένα ακόμη βιβλία.
Έφυγα κρατώντας την αφιέρωση και την εμμονή του για την παιδεία μαζί με την αμφιβολία του για την εκπαίδευση.

- Σε ηλικία μόλις 17 ετών, το 1947, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο για την πολιτική του δράση, ποινή που τελικά δεν εκτελέστηκε [1].
- Πέρασε συνολικά πάνω από 20 χρόνια της ζωής του σε φυλακές και εξορίες (Μακρόνησος, Άη Στράτης, Κέρκυρα, κ.ά.), τόσο την περίοδο του Εμφυλίου όσο και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974) .
- Το πρώτο και πιο γνωστό του έργο είναι το «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» (1985), μια αυτοβιογραφία-κατάθεση ψυχής που γνώρισε τεράστια επιτυχία. Σε αυτό το βιβλίο, περιγράφει τα βιώματά του από τις φυλακές και τις εξορίες, ασκώντας ταυτόχρονα βαθιά ενδοσκόπηση και κριτική στις παθογένειες του ίδιου του κομματικού μηχανισμού της Αριστεράς .
- Ακολούθησαν τα βιβλία: «Το κεφάλι μου πήγε στον ουρανό» (1989), «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;» (1994) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001), στα οποία συνέχισε να σχολιάζει την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα


