Δεν έχω χρόνο για διάβασμα, ίσως και να…βαριέμαι …
«Το διάβασμα είναι βαρετό, πολύ». Μια φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα, κυρίως από νέους ανθρώπους, μαθητές και φοιτητές, αλλά όχι μόνο. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία καταναλώνεται γρήγορα, αποσπασματικά και κυρίως μέσα από οθόνες, το διάβασμα μοιάζει για πολλούς ξεπερασμένο, κουραστικό ή απλώς περιττό. Είναι όμως πράγματι έτσι, ή πρόκειται για ένα σύμπτωμα μιας βαθύτερης αλλαγής στον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τη γνώση;

Η καθημερινότητα είναι γεμάτη ερεθίσματα. Ειδοποιήσεις, βίντεο λίγων δευτερολέπτων, τίτλοι που υπόσχονται πολλά και απαιτούν ελάχιστο χρόνο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το διάβασμα -ειδικά το απαιτητικό, όπως ένα βιβλίο ή ένα εκτενές άρθρο- δυσκολεύεται να βρει χώρο. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν διαβάζουν καθόλου· απλώς διαβάζουν διαφορετικά. Γρήγορα, επιφανειακά, συχνά χωρίς συγκέντρωση.

Σημαντικό ρόλο παίζει και το εκπαιδευτικό σύστημα. Για πολλούς μαθητές, το διάβασμα ταυτίζεται με την υποχρέωση, την αξιολόγηση και το άγχος. Βιβλία που δεν ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά τους, γλώσσα δύσκολη και απομακρυσμένη από την καθημερινή εμπειρία, ύλη που πρέπει «να βγει». Έτσι, το διάβασμα παύει να είναι απόλαυση και μετατρέπεται σε καθήκον. Και όταν κάτι γίνεται αγγαρεία, η βαρεμάρα είναι αναμενόμενη.

Ωστόσο, ειδικοί επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι το διάβασμα καθαυτό, αλλά ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται. Η ανάγνωση καλλιεργεί τη σκέψη, ενισχύει τη φαντασία, βελτιώνει τη γλώσσα και την ικανότητα συγκέντρωσης. Σε έναν κόσμο που κινείται με ταχύτητα, το διάβασμα προσφέρει κάτι σπάνιο: χρόνο για σκέψη και εσωτερικό διάλογο. Παρ’ όλα αυτά, αυτά τα οφέλη συχνά δεν γίνονται άμεσα αντιληπτά, ειδικά όταν ανταγωνίζονται πιο «εύκολες» μορφές ψυχαγωγίας.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η τεχνολογία δεν είναι απαραίτητα εχθρός της ανάγνωσης. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα. Ψηφιακά άρθρα, audiobooks, σύντομα κείμενα και σύγχρονη θεματολογία, μπορούν να φέρουν το διάβασμα πιο κοντά στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του σύγχρονου αναγνώστη.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε στο παρελθόν, αλλά να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με το κείμενο.
Τελικά, το «βαριέμαι να διαβάζω ή το διάβασμα είναι βαρετό» δεν είναι μια δήλωση τεμπελιάς, αλλά μια ένδειξη κόπωσης και αποσύνδεσης. Ίσως το ερώτημα δεν είναι γιατί οι άνθρωποι βαριούνται να διαβάζουν, αλλά πώς μπορούμε να κάνουμε το διάβασμα ξανά ουσιαστικό, προσβάσιμο και ενδιαφέρον. Γιατί όταν το κείμενο μιλάει στον αναγνώστη, η βαρεμάρα δεν έχει χώρο να σταθεί.

