Η Ανδρομάχη του πολέμου και της ειρήνης – Γράφει ο Θανάσης Μουσόπουλος.

Η ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ:
ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΟΝ ΕΥΡΙΠΙΔΗ
Στις 31 Αυγούστου 2025 παρακολουθήσαμε στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων σε σκηνοθεσία Μαρίας Πρωτόπαππα το έργο του Ευριπίδη «Ανδρομάχη», μια συναρπαστική
παράσταση ενός «σύγχρονου» έργου. Τόσο το έργο του Ευριπίδη όσο και η παράσταση συγκίνησαν και συντάραξαν το κοινό.
Στο κείμενό μας στο πρώτο μέρος θα μιλήσουμε για την Ανδρομάχη όπως παρουσιάζεται στον Όμηρο και στον Ευριπίδη, ενώ στο δεύτερο μέρος θα προσεγγίσουμε την
συγκεκριμένη παράσταση.
*
Στην ελληνική μυθολογία η Ανδρομάχη ήταν η σύζυγος του Έκτορα. Ως σύζυγος του Έκτορα η Ανδρομάχη αναφέρεται όχι μόνο στην Ιλιάδα, αλλά και από τον Ευριπίδη, καθώς και από άλλους ποιητές και λογοτέχνες, κλασικούς (όπως ο Ρακίνας) και νεότερους. Είναι γνωστή ως η «μάνα» της τραγωδίας.
Στην Ιλιάδα εμφανίζεται ψηλή, μελαχρινή, αυστηρή, τρυφερή μητέρα. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί η συνάντησή της με τον άνδρα της, παρουσία του παιδιού τους, καθώς ο αναγνώστης/ακροατής της ραψωδίας Ζ ξέρει ότι είναι η τελευταία φορά που το ζευγάρι και το παιδί συναντιούνται: ο Έκτορας θα πεθάνει σε λίγο, με την άλωση της Τροίας θα πεθάνει και ο τελευταίος γόνος της βασιλικής οικογένειας, ενώ στην Ανδρομάχη επιφυλάσσεται η τύχη που προλέγει ο Έκτορας στη συνάντησή τους: θα γίνει σκλάβα και θα κάνει τις δουλειές που αρμόζουν σε μια σκλάβα, προκαλώντας τη χλεύη ή τον οίκτο ή τον φθόνο.
Μια από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της Ιλιάδας είναι η συνάντηση του Έκτορα και της Ανδρομάχης που κρατούσε στην αγκαλιά της το μικρό γιο τους, τον Αστυάνακτα. Μοιάζει σαν αποχαιρετισμός των μελών της οικογένειας – η Τροία θα αλωθεί και ο Έκτορας θα δώσει τη ζωή του για την πατρίδα.
Στη συγκινητική αυτή τελευταία συνάντηση ο Αστυάνακτας είναι το κέντρο των σχέσεων της οικογένειας.
Η Ανδρομάχη «Ήρθε λοιπόν κι εστάθη αντίκρυ του, κι η βάγια από κοντά της / μες στην αγκάλη το απονήρευτο κρατώντας μωρουδάκι, / τον γιο του Εχτόρου τον μονάκριβο, πανώριο σαν αστέρι» μιλά στον σύζυγό της : «την ορμή την ίδια σου, άμοιρε, θα βρεις τον θάνατό σου, / και το μωρό σου δε σπλαχνίζεσαι κι ουδέ τη μαύρη εμένα» και αφού τον θερμοπαρακαλά καταλήγει: «Αχ έλα τώρα πια, σπλαχνίσου μας και μείνε εδώ στον πύργο, / μην κάνεις ορφανό το σπλάχνο σου, μην κάνεις χήρα εμένα».
Ο Έκτορας απαντά στη σύζυγό του Ανδρομάχη, εξηγώντας το χρέος του προς την πατρίδα. Στη συνέχεια πάει να αγκαλιάσει τον νήπιο γιο του. Αυτό τρομάζει καθώς τον βλέπει με τ άρματα «το παιδί στης ομορφόζωστης τον κόρφο εκρύφτη βάγιας / με δυνατές φωνές, τι ετρόμαξε τον κύρη του θωρώντας (…) με την καρδιά τους τότε γέλασαν ο κύρης του κι μάνα», ο Έκτορας έβγαλε το κράνος, «Παίρνει μετά τον γιο, τον φίλησε, τον χόρεψε στα χέρια», και προσεύχεται «Πατέρα Δία
κι εσείς οι επίλοιποι θεοί, και τούτος δώστε, / ο γιος μου, όπως εγώ περίλαμπρος μέσα στους Τρώες να γένει, / άντρας τρανός, και πολυδύναμα την Τροία να κυβερνήσει· κι ένας να πει: πολύ καλύτερος , τον γονιό του ετούτος».
Και κλείνει η σκηνή:
«Έτσι μιλεί και στης γυναίκας του τα χέρια τον υγιό τους / απίθωσε, κι αυτή τον δέχτηκε στον μυρωδάτο κόρφο / δακρυογελώντας». (Ζ, 381-502 – Μετ. Ν. Καζαντζάκη – Ι.Θ. Κακριδή).*
Περνώντας από το έπος στο δράμα, να σημειώσουμε ότι την Ανδρομάχη την παρουσιάζει ο Ευριπίδης σε δύο έργα του, στις Τρωάδες και στην ομότιτλη Ανδρομάχη.
Να επισημάνουμε, επίσης, ότι ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης με τις τραγωδίες τους, ο Αριστοφάνης και ο Μένανδρος με τις κωμωδίες τους διασώζουν αντιλήψεις και στάσεις ζωής, που ενσαρκώνουν με καθολικό και οικουμενικό τρόπο, γυναίκες – σύμβολα.
Όπως σημειώνει, μάλιστα, ο Κώστας Βάρναλης «Ο Ευριπίδης (ο πρώτος ρομαντικός, όπως τόνε λέει ο Σολωμός), έκανε μια πολύ σπουδαία καινοτομία. Τις παθητικές συγκρούσεις ανάμεσα στη Βούληση και στη Μοίρα (εξωτερικές εναντιότητες) τις μετέβαλε σε συγκρούσεις ανάμεσα στην ελεύθερη σκέψη και στον ηθικό νόμο. Είναι
συγκρούσεις ανώτερου βαθμού, όπως θα τις θέλανε ο Έγελος κι ο Σολωμός».
Αυτό μπορούμε να το εντοπίσουμε στην «Ανδρομάχη» του. Ο Ευριπίδης γεννήθηκε στη Σαλαμίνα 485 / 484 π.Χ. και πέθανε το 406 στην Πέλλα της Μακεδονίας, στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου, όπου φιλοξενούνταν τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στους δραματικούς αγώνες πρωτοπαρουσιάστηκε το 455
π.Χ., αλλά μόνο το 441 κέρδισε την πρώτη νίκη. Τα έργα που αποδίδονται στον Ευριπίδη είναι 92, σήμερα σώζονται 18 τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα, ο Κύκλωψ. Η Ανδρομάχη παρουσιάζεται το 425 / 424 π.Χ., στην πρώτη φάση του Πελοποννησιακού πολέμου.
Η βασικότερη εισήγησή του στο δράμα είναι ο από μηχανής θεός / θεά. Παρόλο που τον κατηγόρησαν οι συγκαιρινοί του, το έργο του βρήκε πολλούς μιμητές, τόσο στους Ρωμαίους όσο και στους νεότερους Ευρωπαίους. Θα παρουσιάσουμε την υπόθεση της «Ανδρομάχης» του Ευριπίδη:
«Στο δράμα αυτό της αδυναμίας, του πάθους και του φόβου, ο πόλεμος με τα οδυνηρά αποτελέσματά του φέρνει αντιμέτωπες την Ανδρομάχη με την Ερμιόνη, κόρη του Μενέλαου. Η γυναίκα του Έκτορα, που μετά την καταστροφή της Τροίας δόθηκε ως λάφυρο στον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα, απέκτησε μαζί του γιο. Η Ερμιόνη, η άτεκνη γυναίκα του Νεοπτόλεμου, τη μισεί και θέλει, με τη βοήθεια του πατέρα της, να σκοτώσει και αυτήν και τον γιο της, τον Μολοσσό. Τελικά, η Ανδρομάχη σώζεται, με την παρέμβαση του Πηλέα, πατέρα του Αχιλλέα, την υποχώρηση του Μενέλαου από την απόφασή του για τη σφαγή της Ανδρομάχης και του γιου της, και τη μεταμέλεια της Ερμιόνης, που θέλει να κρεμαστεί. Στη συνέχεια, ο Ορέστης απάγει την Ερμιόνη και ο Νεοπτόλεμος σκοτώνεται στους Δελφούς με
προμελετημένο σχέδιο, ενώ ο Πηλέας και ο Χορός αρχίζουν τον θρήνο. Η εμφάνιση της Θέτιδας, ως “από μηχανής θεού”, διευθετεί τα πράγματα: παρηγορεί τον Πηλέα, προφητεύει το μέλλον του (θεοποίηση) και την τύχη της Ανδρομάχης που θα εγκατασταθεί στη Μολοσσία (Ήπειρο), συνεχίζοντας τη γενιά του Πηλείδη και των Τρώων»
(σελ. 90, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας των Αν.
Στέφου, Εμμ. Στεργιούλη, Γ. Χαριτίδου, ΟΕΔΒ, 2007).

Στη συνέχεια θα επικεντρωθούμε στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Μαρία Πρωτόπαππα (ηθοποιός, γεννημένη το 1971 στην Αθήνα, απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν).
Να σημειώσουμε ότι υπάρχει ένα εξαιρετικό 36σέλιδο έντυπο Πρόγραμμα της παράστασης, το οποίο επιμελήθηκε η δραματουργός και συγγραφέας Έλενα Τριανταφυλλοπούλου, που έγραψε το άρθρο: «Ανδρομάχη – Σπαραγμένα σώματα και παρόντες νεκροί» (σελ. 2 – 4).
Τα υπόλοιπα κείμενα;
Ο Ευριπίδης και η εποχή του (σελ. 6)
Η Ανδρομάχη του Ευριπίδη του Albin Lesky (σελ. 8 – 10)
Ευριπίδης, Αθηναίος του Γιώργου Σεφέρη (σελ. 11)
Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα της Claude Mossé (σελ.12 – 14)
«Σε σκέφτομαι, Ανδρομάχη» της Jacqueline de Romilly(σελ. 16 – 17)
Ο κύκνος (απόσπασμα) του Charles Baudelaire (σελ. 21) Η Ανδρομάχη και η ευριπίδεια τραγωδία του William Allan (σελ. 22 – 24)
Ο «εξανθρωπισμός» της τραγωδίας του Αλέξη Σολομού (σελ. 26)
Στις σελίδες 31 – 32, 33 πληροφορίες για τα πρόσωπα που δούλεψαν σε διάφορες θέσεις για την παράσταση. Στις ενδιάμεσες σελίδες υπάρχουν πολλές φωτογραφίες.
*
Σε μιαν αντιστροφή της ηρωικής Ιλιάδας, ο Ευριπίδης δυναμιτίζει την αλαζονεία των Ελλήνων και την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας του πολιτισμού τους. Οι προπολεμικές υποσχέσεις για μια ενωμένη, ισχυρή χώρα διαψεύδονται σε ένα τοπίο φθοράς, γήρατος, φόβου και φθόνου. Η ευθύνη βαρύνει όχι μόνο τους πρωτεργάτες, αλλά και όσους τους πίστεψαν και συνέβαλαν στην πτώση των αξιών με την ανοχή τους. Η νέα γενιά πληρώνει το τίμημα. Η χώρα αποδεκατισμένη, αντιπροσωπεύεται από έναν γκροτέσκο χορό γυναικών, εγκαταλειμμένων, φοβισμένων, υποταγμένων μέσα στην απορία τους.
Στη δραματουργική και σκηνοθετική προσέγγιση της “Ανδρομάχης” από τη Μαρία Πρωτόπαππα, η Ερμιόνη και η Ανδρομάχη αντιπροσωπεύουν τα ιδεώδη των χωρών τους, ενώ ο Μενέλαος και ο Πηλέας την πολιτική και την εξουσία. Οι γυναίκες δεν είναι απλώς θηλυκότητες, έχουν κατασκευαστεί από άντρες για να αντιπροσωπεύουν τον ιδεατό ρόλο της χώρας και της κοινωνίας. Έτσι, η ευριπίδεια τραγωδία ενώ μιλά για ένα σπίτι, ασχολείται στην ουσία με το ήθος και την
πολιτική διαχείριση ενός κράτους σε καιρό ειρήνης.

Ο Παύλος Λεμοντζής σε ένα εξαιρετικό κείμενο, ανάμεσα στα άλλα σημειώνει:
«Ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχε ξεσπάσει αιματηρός, όταν ο Ευριπίδης παρουσίασε την τραγωδία του «Ανδρομάχη» (αγνοούμε την ακριβή χρονιά). Συνέδεσε την ιστορία της άλλοτε αρχόντισσας και πια σκλάβας Ανδρομάχης με αυτή της Ερμιόνης και, με αφορμή τον γιο του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμο, έπλασε μια τραγωδία, στην οποία παρουσιάζονται ανάγλυφα όλα τα ελαττώματα των Σπαρτιατών.
Η Ανδρομάχη είναι ένα από τα έργα του Ευριπίδη που πραγματεύεται την εμπειρία των αιχμαλώτων γυναικών που υπέπεσαν σε δουλεία λόγω της ήττας του λαού τους […] Ο Ευριπίδης, λοιπόν, με ιδιαίτερη ευρηματικότητα αναπτύσσει τον μύθο ως «έναν ιστό αλληλοσυνδεόμενων οικογενειακών ιστοριών» παρουσιάζοντας με πάθος και ένταση τις επιπτώσεις του πολέμου σε τρεις διαφορετικούς οίκους».
Εξάλλου, στην Ελευθερία της Λάρισας (Θ. Αραμπατζής) η σκηνοθέτρια Μαρία Πρωτόπαππα είπε: «Το έργο καταγγέλλει την αλαζονεία και την απληστία, την αδικία και τη διαφθορά. Από τότε κιόλας υπήρχε η αίσθηση ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετεί κάποιους. Είναι άλλο πράγμα το αίσθημα δικαίου και άλλο η ανθρώπινη δικαιοσύνη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη ενέχει και τη διαφθορά. Το βλέπουμε καθημερινά, κι εμείς οι απλοί άνθρωποι το αντιλαμβανόμαστε – αλλά δεν μπορούμε να το αποδείξουμε».
Σε ερώτηση για τη σκηνή που τη συγκλονίζει κάθε φορά, η απάντησή της είναι άμεση και μεστή: «Υπάρχει μία σκηνή που αγαπώ πιο πολύ από όλες. Είναι ένα είδος παράβασης. Εκεί, ο Ευριπίδης μιλάει έξω από τα δόντια. Δεν έχω ξαναδεί άλλο έργο να τολμάει τόσο πολύ. Τα βάζει με την εξουσία – όχι συλλήβδην, αλλά με εκείνους που από την αλαζονεία τους δε σέβονται κανέναν. Δε σέβονται τον εχθρό, ούτε τον αιχμάλωτο, ούτε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ακόμη και στον πόλεμο υπάρχει ένα ήθος – και αυτό το ήθος συνεχώς παραβιάζεται».
Τέλος στο LIFO η Αργυρώ Μποζώνη (29.5.25) γράφει: «Διαβάζοντας Ευριπίδη καταλαβαίνεις πού πάτησε η ακροδεξιά» – Η Μαρία Πρωτόπαππα σκηνοθετεί την
«Ανδρομάχη» στην Επίδαυρο, με άντρες ηθοποιούς στους γυναικείους ρόλους, εξερευνώντας τις πολιτικές και ηθικές διαστάσεις του έργου του Ευριπίδη. Η δημοκρατία, η ελευθερία, η ηθική και η ευθύνη ηγετών και πολιτών έρχονται σε πρώτο πλάνο σε μια πολιτική και κοινωνική τραγωδία με πολυδιάστατη δομή.
«Πρέπει να δείξεις στον πολίτη την ευθύνη του, τις προτεραιότητες, κάποιες ηθικές περιοχές που πρέπει να είναι απαραβίαστες και να τηρούνται από τον καθένα μας απολύτως στο σπίτι, στον γάμο, στις συναναστροφές, στην κοινότητα –αλλιώς δεν υπάρχει η δημοκρατία.
Η Μαρία Πρωτόπαππα σκηνοθετεί στην Επίδαυρο την «Ανδρομάχη» με άντρες ηθοποιούς. Είναι ένα έργο που διαδραματίζεται σε έναν αποδεκατισμένο τόπο, τη
Θεσσαλία, στο οποίο ο Ευριπίδης στηλιτεύει την αλαζονεία και την ψευδαίσθηση ανωτερότητας των νικητών του Τρωικού Πολέμου.
Η δημοκρατία, η ελευθερία, η ηθική και η ευθύνη ηγετών και πολιτών έρχονται σε πρώτο πλάνο σε μια πολιτική και κοινωνική τραγωδία με πολυδιάστατη δομή».
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η απάντηση που έδωσε η Μ. Πρωτόπαππα για την επιλογή να κάνει την παράσταση με άντρες ηθοποιούς:
«Βρίσκω πολύ συγκινητικό το ότι άντρες καλλιτέχνες μπαίνουν στο γυναικείο σώμα, χωρίς να τους μεταμορφώνω σε γυναίκες, και μιλάνε για τα δικά μας θέματα. Μπαίνουν στη θέση των γυναικών που έχουν παιδιά, γυναικών που δεν έχουν παιδιά ή που δεν μπορούν να κάνουν, μπαίνουν στη θέση αυτών που έκαναν παιδί από βιασμό, αυτών που έχουν θρηνήσει παιδί, που υπήρξαν μάνες, αδερφές, γιαγιάδες, που δεν έχουν ελπίδα να κάνουν κάτι, δεν είναι περήφανες κι ελεύθερες, αλλά φοβούνται, που ξέρουν μόνο να υπακούνε, και ο μόνος τρόπος να μιλήσουν είναι τραγουδώντας. Θα μιλήσουν για εμάς και αυτό είναι το φεμινιστικό στοιχείο. Πιστεύω ότι και οι άντρες υποφέρουν σήμερα και θέλουν να εκτεθούν και δεν βρίσκουν τον τρόπο, γιατί όλοι είμαστε δέσμιοι των στερεοτύπων».

Κλείνοντας παραθέτουμε απόσπασμα από το άρθρο της Έλενας Τριανταφυλλοπούλου, που φωτίζει την ουσία του έργου:
«Στην ευριπίδεια τραγωδία Ανδρομάχη τα ήθη και τα κίνητρα των προσώπων φέρνουν στο προσκήνιο την κοσμική θεώρηση μιας εποχής που ανήκει στο μακρινό παρελθόν και που παράλληλα αναδεικνύει διαχρονικά διακυβεύματα, όπως οι σαρωτικές συνέπειες του πολέμου, η θέση της γυναίκας, η αντιμετώπιση του παρία, του πρόσφυγα, του αδύναμου […]
Ο πόλεμος έχει τελειώσει, η βία όμως όχι».

