HomeΓύρω από ένα βιβλίοΣυνεντεύξειςΛίλη Λαμπρέλλη – “Το γέλιο του βατράχου” – Εκδόσεις

Λίλη Λαμπρέλλη – “Το γέλιο του βατράχου” – Εκδόσεις

Λίλη Λαμπρέλλη – “Το γέλιο του βατράχου” – Εκδόσεις

 

Κυρία Λαμπρέλλη, πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο «Το γέλιο του βατράχου» από τις εκδόσεις Πατάκη, ένα βιβλίο που μεταφράσθηκε στην ελληνική από εσάς.  Κρύβει στα σπλάχνα του πληθώρα πληροφοριών, γνώσεων, σοφίας και ένα υπέροχο μπουκέτο παραμυθιών, θρύλων και βιωματικών ιστοριών. Δοσμένα όλα με μοναδικό τρόπο και πολλή αγάπη για αυτά  τα απλά μα τόσο σύνθετα, τα αδύνατα μα συνάμα παντοδύναμα, τα γόνιμα, τα αθάνατα, από ένα άνθρωπο που από τις πρώτες γραμμές καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για έναν παραμυθά ψυχή και σώματι. Θα θέλατε να μας γνωρίσετε τον  Henri Gougaud; 

 Πόσο εύστοχη η περιγραφή του βιβλίου, κύριε Μπουζάρα! Ελπίζω κι εγώ να καταφέρω να σας γνωρίσω τον συγγραφέα με τη δύναμη των λέξεων που του ταιριάζουν, γιατί δεν έχω μοιραστεί καθημερινότητα μαζί του ούτε γνωρίζω, πέρα από τα βιογραφικά του, την προσωπική του ζωή. Όμως τον γνωρίζω καλά μέσα από τα βιβλία του («Το γέλιο του βατράχου» είναι το πιο αυτοβιογραφικό του) και πάνω απ’ όλα ως «δάσκαλο» με την πιο ευρεία κι ευγενική έννοια του όρου. Είναι ένας άνθρωπος γαλήνιος, ελεύθερος, εμπνευσμένος, μεγάλος μάστορας του γραπτού και του προφορικού λόγου – ένας αναζητητής, με την έννοια ότι δεν είναι γαντζωμένος σε δόγματα και απόλυτες βεβαιότητες, αλλά βρίσκεται σε συνεχή αναζήτηση του πυρήνα των πραγμάτων, γι’ αυτό και δεν επιβάλλει τυφλοσούρτες και τεχνικές στην αφήγηση. Η διδασκαλία του συνοψίζεται στο: «Αφηγούμαστε μ’ αυτό που είμαστε, όχι μ’ αυτό που μάθαμε να κάνουμε. Μόνο που πρέπει να ξέρουμε ποιοι είμαστε. Σ’αυτό θα μας βοηθήσουν τα παραμύθια, αρκεί να μπορούμε να τ’ αφουγκραστούμε.»

Δεν θεωρεί ότι μια «ωραία» αφήγηση είναι αφήγηση. Οι πιο συχνές υποδείξεις του στο εργαστήρι γίνονται όταν νιώθει πως αυτός που αφηγείται παρασταίνει κάποιον «ιδανικό» παραμυθά που δεν είναι ο εαυτός του και στην πραγματικότητα δεν είναι κανένας αληθινός παραμυθάς. Δεν τον έχω ακούσει ποτέ να θεωρεί τον εαυτό του μέτρο σύγκρισης, να περηφανεύεται για τις επιδόσεις του, να είναι ανταγωνιστικός ή να ασκεί κριτική σε οποιονδήποτε ομότεχνο. Στην ουσία, λαχταράει οι «μαθητές» του να γίνουν καλύτεροί του, παραμένοντας αυθεντικοί. Με δυο λόγια, είναι ένας από τους σπάνιους καλούς ανθρώπους – και για μένα αυτό είναι ο αληθινός αφηγητής.

Ένα υπέροχο, τρυφερό, συγκινητικό, με πολλές δόσεις χιούμορ ανάγνωσμα, μια φιλική κουβέντα με τον συγγραφέα μέσα από τη οποία με μοναδικό τρόπο μας μεταφέρει τη σοφία, τη δύναμη και τη φιλοσοφία των παραμυθιών. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να μεταφράσετε το συγκεκριμένο βιβλίο; 

 Όπως ακριβώς το λέτε, είναι ένα πολύ ξεχωριστό βιβλίο, που ανάλαφρα και με χιούμορ μεταδίδει συγκίνηση, τρυφερότητα, δύναμη και τελικά οδηγίες χρήσεως για τη ζωή την ίδια, γιατί αυτή είναι η πρακτική φιλοσοφία των παραμυθιών.

Η απάντηση στο τι με έσπρωξε να μεταφράσω αυτό το βιβλίο είναι απλή: με έσπρωξε ο ίδιος ο Γκουγκό, και μάλιστα μπροστά σε κάποιες παραμυθούδες από το σεμινάριο που έγινε στην Αθήνα πριν από δυο χρόνια, την παραμονή της αναχώρησής του, σε ένα μικρό ταβερνάκι που μαζευτήκαμε όσοι είχαμε ξεμείνει. Εκεί μου ζήτησε να μεταφράσω «Το γέλιο του βατράχου». Του απάντησα ότι δεν μεταφράζω πια επαγγελματικά γιατί απλά δεν προλαβαίνω και επίσης δεν θεωρώ πιθανό να δεχτεί να το εκδώσει ο εκδοτικός μου οίκος λόγω της κρίσης στην Ελλάδα και ειδικά στον τομέα του βιβλίου. Προς μεγάλη μου έκπληξη, εκείνος με τη σειρά του μου είπε, «η αλήθεια είναι ότι δεν σκέφτηκα να εκδοθεί, αλλά να μεταφράσεις όσο μπορείς για να δώσεις φωτοτυπίες στα παιδιά του σεμιναρίου και στους μαθητές σου. Βέβαια, σε καταλαβαίνω, είναι πολλή δουλειά.» Αν είναι για φωτοτυπίες, θα το κάνω με χαρά, είπα ενώπιον όλων, απλά δεν μπορώ να σας υποσχεθώ ότι θα εκδοθεί και κυρίως, πρέπει να γνωρίζετε ότι, αν εκδοθεί, θα είναι αδύνατο να πουλήσει τα βιβλία που πουλιούνται στη Γαλλία. Τότε μου αποκρίθηκε: «Αν η ελληνική μετάφραση γίνει βιβλίο, δεν χρειάζεται να το αγοράσουν πολλοί. Αρκεί να πάει σε λίγα και καλά χέρια.» Αυτό ήταν. Η Έλενα Πατάκη το δέχτηκε, εγώ απόλαυσα κυριολεκτικά τις πολλαπλές αναγνώσεις που χρειάστηκαν για τη μετάφρασή του, το βιβλίο κυκλοφόρησε και παρά τον εγκλεισμό της πανδημίας το κράτησαν πολλά καλά χέρια.

«Το γέλιο του βατράχου ή πως τα παραμύθια μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή» είναι ο πλήρης τίτλος του βιβλίου. Μπορούν άραγε τα αρχέγονα τούτα ζωντανά πλάσματα να βοηθήσουν τον σύγχρονο άνθρωπο και να δώσουν λύση στα προβλήματα του, αν ναι με ποιο τρόπο; Να τα ρωτάμε λοιπόν; 

Πιστεύω πως ναι, μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή. Εξάλλου, είμαι βέβαιη ότι άλλαξαν τη δική μου ζωή. Μέσα από τα παραμύθια «μεγάλωσα», παρότι από άποψη ηλικίας, όταν συναντήθηκα με τα λαϊκά παραμύθια ήμουν στα πρόθυρα της μέσης ηλικίας. Είκοσι δύο χρόνια μετά, έχω συμφιλιωθεί με τον θάνατο, μπορώ πια να ξεχωρίσω την ενδοτικότητα και τη χειραγωγία από τη γενναιοδωρία, τους αληθινά αγνούς κι αυθεντικούς (που είναι πολλοί) από τους κανίβαλους και τους θύτες που πιστεύουν πως είναι θύματα, γιατί κανείς απ’ αυτούς τους τελευταίους δεν γίνεται βασιλιάς (ή βασίλισσα) στα παραμύθια. Τα προβλήματα των ηρώων στα μαγικά παραμύθια είναι διαχρονικά: οι απώλειες λογιών λογιών, ο αβάσταχτος εύθετος χρόνος της ολοκλήρωσης του πένθους, η αναζήτηση της αγάπης, οι δυσκολίες μετάβασης στην ενηλικίωση. Αφορούν εξίσου τους προφορικούς ανθρώπους όσο κι εμάς. Στα παραμύθια δεν υπάρχει μίζερος ήρωας, υποτελής, τσιγκούνης, σαρκαστικός, ανταγωνιστικός, κουτσομπόλης, άπληστος κλπ. Δεν υπάρχει ήρωας που να παραμένει εγκλωβισμένος στον τόπο της οδύνης. Όλοι αυτοί είναι οι χαμένοι στα παραμύθια. Οι κερδισμένοι είναι οι αυθεντικοί, οι γενναιόδωροι, οι γενναίοι, οι αθώοι, όσοι έχουν τη δύναμη να μετακινηθούν από τον τόπο της οδύνης όπου έχουν βαλτώσει, και να υποδεχτούν την επόμενη φάση της ζωής τους. Ίσως δεν μπορούμε να τους φτάσουμε, όμως μπορούμε να πάμε προς αυτούς και όχι προς τους άλλους.

Ναι, να τα ρωτάμε τα παραμύθια. Πάντα μας απαντούν να κάνουμε αυτό που συμφέρει την ψυχή μας και τη ζωή μας. Κι αυτό που μας συμφέρει είναι να ωριμάσουμε παράλληλα με το σώμα μας. Να είμαστε σε θέση να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, να κλείνουμε την πόρτα σε ό,τι μας πληγώνει και να την αφήνουμε ανοιχτή για το θαύμα που μπορεί να ‘ρθει. 

Πολλοί γονείς συνεχίζουν να τα υποτιμούν, αγνοώντας, πως  εκτός των άλλων είναι επίσης μια αστείρευτη πηγή ευφυΐας για τα παιδιά. Τι είδους εργαλείο είναι τα παραμύθια; 

Πιστεύω πως όποιος υποτιμά – στην πραγματικότητα θεωρεί παλιοκαιρίτικα – τα λαϊκά παραμύθια, απλά δεν τα γνωρίζει. Είναι έργα τέχνης – μια αρχέγονη και συγχρόνως διαχρονική προφορική λογοτεχνία που ο χρόνος δεν την έφθειρε, το αντίθετο, λείανε τις αιχμηρές της γωνίες, κατάργησε τους πλατειασμούς της χωρίς να μειώσει τη συμβολική της αξία και τα μηνύματά της. Οι καλές παραλλαγές έχουν πολύ πλούσιο λεξιλόγιο και, σε κάθε περίπτωση, η δράση των αρχετυπικών ηρώων αναπτύσσει τη φαντασία των παιδιών, πράγμα πολύτιμο στους καιρούς μας που έχει επικρατήσει η έτοιμη εικόνα, ενώ στο παραμύθι ο κάθε ακροατής πρέπει να φτιάξει τις δικές του εικόνες, με βάση την αφαιρετική περιγραφή του κάθε αφηγητή. Ας θυμηθούμε τον Αϊνστάιν: «η φαντασία είναι πιο σημαντική από τη γνώση».

Ως προς το τι είδους εργαλείο είναι τα παραμύθια, δυσκολεύομαι να δεχτώ πως είναι «εργαλείο», πράγμα που δεν δέχεται ούτε ο Γκουγκό που θεωρεί, όπως εξάλλου κι εγώ, πως είναι κάτι πολύ πιο σπουδαίο: ένα πλάσμα ζωντανό που τρέφεται με τη δική μας αφήγηση, με τη δική μας ακρόαση, με τη δική μας συγκίνηση και είναι ορατό μόνο από όσους έχουν μάτια να το δουν.

Σε τι βοηθάει; Στο να μεγαλώσουμε, αφού η βασική κατηγορία λαϊκών παραμυθιών (τα μαγικά παραμύθια) μιλάνε για μετάβαση στην ενηλικίωση, όχι χωρίς δοκιμασίες, δηλαδή για μεγάλωμα – ανεξάρτητα από ηλικία.

Θεωρείτε πως είναι εξίσου  σημαντικό όχι μόνο να διαβάζουν τα παιδιά παραμύθια αλλά και να  αφηγούνται; 

Όλα είναι σημαντικά: Να ακούν, να διαβάζουν, να αφηγούνται. Όσο πιο μικρά είναι τα παιδιά τόσο πιο προφορικοί άνθρωποι. Ξεκινάμε από να τους αφηγούμαστε εμείς, μετά αφηγούνται αυτά και στο τέλος διαβάζουν και συγχρόνως ακούν και αφηγούνται. Επανέρχομαι στον Αϊνστάιν που είπε πως τα παιδιά πρέπει πρώτα απ’ όλα να διαβάζουν παραμύθια. Μετά; Περισσότερα παραμύθια. Τι άλλο; Ακόμα πιο πολλά παραμύθια. Ακριβώς αυτό.

Αν θα μπορούσατε να συνοψίσετε σε λίγες γραμμές το πολυτιμότερο που μας χαρίζουν, ποιο θα ήταν αυτό;

Μας χαρίζουν αντοχή, παρηγορία κι ανοιχτωσιά στη ματιά μας πάνω στη ζωή και στον κόσμο. Οι ήρωες και οι ηρωίδες των μαγικών παραμυθιών περνούν από τεράστιες δοκιμασίες και δεν υποχωρούν ποτέ, δεν παραδίδονται ποτέ, δεν αυτοκτονούν ποτέ. Μοιάζουν να μας λένε: Έτσι είναι η ζωή. Θα περάσεις από δοκιμασίες, όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά κράτα γερά – θα επιζήσεις και θα βγεις μεγαλωμένος. Αν ονειρευόσουν μια ζωή χωρίς απώλειες, χωρίς οδύνη, ξύπνα. Καλωσόρισες στην ανθρωπότητα.

Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο; 

  Ναι, σύντομα θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Πατάκη ένα μικρό βιβλίο με τίτλο: «Έντεκα μέρες του Απρίλη 1826», με βάση τις συγκλονιστικές μαρτυρίες των αγωνιστών Κασομούλη, Σπυρομίλιου κ.α. Είναι ένα μικρό χρονικό μιας μεγάλης στιγμής της Ελληνικής Επανάστασης: εννιά μέρες πριν από την Έξοδο του Μεσολογγίου, η νύχτα της Εξόδου και δυο μέρες μετά, μέσα από τη ματιά ενός εφήβου που σπρώχτηκε με τη βία στην ενηλικίωση εκείνες τις ηρωικές μέρες του 1826.

 

 

Οι απόψεις του εκάστοτε άρθρου, αντικατοπτρίζουν την προσωπική άποψη του συντάκτη. Όσον αφορά τις εκδόσεις, προτείνουμε, ο εν δυνάμει αναγνώστης, αφενός να προβαίνει σε έλεγχο αγοράς, για την εύρεση της πιο συμφέρουσας τιμής, αφετέρου κατά  την αγορά, να επισκέπτεται  οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο, ώστε να ελέγξει από μόνος του, κατά πόσο το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, καλύπτει τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του.

 

Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.