HomeΑρθρογραφίαΥγείαΨυχολογία-ΨυχανάλυσηΌταν μια κοινωνία παύει να βλέπει τους ανθρώπους της.

Όταν μια κοινωνία παύει να βλέπει τους ανθρώπους της.

Όταν μια κοινωνία παύει να βλέπει τους ανθρώπους της.

Η Μέντορας

Όταν μια κοινωνία παύει να βλέπει τους ανθρώπους της

Γράφει η Σουζάνα Παπαφάγου Κλινική Ψυχολόγος MS.c – Ψυχοθεραπεύτρια

 

Διάβασα το βιβλίο της Αλεξίας Κέπελη (εκδόσεις Διόπτρα ) δύο φορές.

Την πρώτη φορά το διάβασα όπως διαβάζουμε μια καλή ιστορία. Παρασύρθηκα από την πλοκή, στάθηκα στους χαρακτήρες, ένιωσα την αγωνία μιας κοινωνίας που μοιάζει να έχει παραδώσει σταδιακά την ελευθερία της στο όνομα της ασφάλειας και της επιβίωσης.

Τη δεύτερη φορά διάβασα πολύ πιο αργά. Με μολύβι στο χέρι. Ήθελα να καταλάβω όχι τι συμβαίνει στους ήρωες, αλλά τι προσπαθούσε να μου πει η συγγραφέας πίσω από αυτούς. Αναζητώντας περισσότερα για το βιβλίο, διάβασα μία συνέντευξη της Αλεξίας. Εκεί συνάντησα έναν προβληματισμό που άλλαξε ολόκληρη την ανάγνωσή μου. Η ίδια εξηγεί ότι αφορμή για το βιβλίο στάθηκε η σκέψη πως πολλές μορφές βίας, ελέγχου και περιορισμού εγκαθίστανται στη ζωή μας τόσο αθόρυβα, ώστε κάποια στιγμή παύουμε να τις αντιλαμβανόμαστε ως βία και τις αποδεχόμαστε ως κανονικότητα.

Έκλεισα τη συνέντευξη και επέστρεψα στις σημειώσεις μου. Και τότε συνειδητοποίησα ότι δεν διάβαζα πια ένα βιβλίο για το μέλλον.

Διάβαζα ένα βιβλίο για το παρόν.

Γιατί κάθε δυστοπία, πριν γίνει πολιτική, έχει υπάρξει ψυχολογική. Πριν εμφανιστεί στους νόμους, έχει ήδη εγκατασταθεί στις σχέσεις. Πριν οργανώσει ένα κράτος, έχει οργανώσει έναν τρόπο να βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.

Η λογοτεχνία αποκτά πραγματική δύναμη όταν δεν προβλέπει το μέλλον αλλά φωτίζει το παρόν. Και αυτό ακριβώς ένιωσα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Δεν με φόβισε η κοινωνία που περιγράφει. Με φόβισε πόσα στοιχεία της αναγνώρισα γύρω μου.

Ζούμε σε μια εποχή που υμνεί την απόδοση περισσότερο από την ύπαρξη. Μαθαίνουμε να μετράμε την αξία μας μέσα από αριθμούς, στόχους, παραγωγικότητα, εικόνα και αποτελεσματικότητα. Ρωτάμε συνεχώς έναν άνθρωπο τι κάνει, πολύ πιο σπάνια πώς είναι. Η ευαλωτότητα αντιμετωπίζεται σαν εμπόδιο, η θλίψη σαν δυσλειτουργία, η αμφιβολία σαν αδυναμία και η παύση σαν πολυτέλεια.

Κάπως έτσι άρχισα να σκέφτομαι ότι το πραγματικό ερώτημα του βιβλίου δεν είναι πολιτικό.

Είναι υπαρξιακό:

Πώς γεννιέται ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι πρέπει πρώτα να αποδείξει την αξία του για να δικαιούται να υπάρχει; (Το ερώτημα που προκύπτει από την ίδια την συγγραφέα)

Η ερώτηση αυτή με οδήγησε αναπόφευκτα στην ψυχανάλυση.

Ο André Green περιέγραψε πριν από δεκαετίες την έννοια της «νεκρής μητέρας». Δεν μιλούσε για μια μητέρα που έχει πεθάνει, αλλά για μια μητέρα που, εξαιτίας του δικού της πένθους, της κατάθλιψης ή ενός αθεράπευτου τραύματος, παραμένει σωματικά παρούσα ενώ ψυχικά έχει αποσυρθεί. Το παιδί βρίσκεται απέναντι σε ένα πρόσωπο που είναι εκεί αλλά δεν είναι διαθέσιμο. Συνεχίζει να το φροντίζει, όμως δεν μπορεί πια να το συναντήσει συναισθηματικά.

Αυτό που τραυματίζει το παιδί δεν είναι μόνο η απουσία. Είναι ότι δεν μπορεί να της δώσει νόημα.

Δεν γνωρίζει τίποτα για την κατάθλιψη ούτε για το πένθος. Δεν μπορεί να σκεφτεί ότι η μητέρα του υποφέρει. Εκείνο που σκέφτεται είναι κάτι πολύ πιο σκληρό.

«Αν δεν με βλέπει πια, ίσως έπαψα να αξίζω να με βλέπει.»

Έτσι αρχίζει μια αθόρυβη μετατόπιση: Το παιδί σταματά να αναρωτιέται ποιο είναι, αρχίζει να αναρωτιέται ποιο πρέπει να γίνει.

Να γίνει πιο ήσυχο, πιο δυνατό, πιο χρήσιμο, πιο αόρατο…Οτιδήποτε θα μπορούσε να επαναφέρει το χαμένο βλέμμα.

Εδώ, όμως, γεννήθηκε μέσα μου ένα ακόμη ερώτημα.

Αν υπάρχει μια «νεκρή μητέρα», μπορεί να υπάρχει και μια νεκρή κοινωνία; Όχι μια κοινωνία που έχει καταρρεύσει. Αλλά μια κοινωνία που έχει χάσει την ψυχική της διαθεσιμότητα απέναντι στους ανθρώπους της.

Μια κοινωνία που εξακολουθεί να λειτουργεί, να παράγει, να αναπτύσσεται και να καινοτομεί, αλλά δεν μπορεί πια να περιέξει την ανθρώπινη εμπειρία. Δεν αντέχει το πένθος και το μετατρέπει σε στατιστική. Δεν αντέχει τη διαφορετικότητα και τη βαφτίζει απειλή. Δεν αντέχει την αδυναμία και τη συγχέει με την αποτυχία. Δεν αντέχει τη σιωπή και τη γεμίζει αδιάκοπα με θόρυβο.

Ο Wilfred Bion πίστευε ότι η σκέψη γεννιέται μόνο όταν κάποιος μπορεί να περιέξει την αγωνία μας αντί να την απορρίψει. Η ικανότητα να σκεφτόμαστε δεν είναι δεδομένη· καλλιεργείται μέσα σε μια σχέση που αντέχει όσα ακόμη δεν έχουν μορφή.

Αναρωτιέμαι αν το ίδιο ισχύει και για τις κοινωνίες. Τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία δεν μπορεί να εμπεριέχει τον φόβο των ανθρώπων της;

Όταν δεν μπορεί να αντέξει την αβεβαιότητα;

Όταν δεν μπορεί να παραμείνει μέσα στις δύσκολες ερωτήσεις χωρίς να σπεύσει να προσφέρει εύκολες απαντήσεις;

Μήπως τότε παράγει ανθρώπους που δεν σκέφτονται αλλά αντιδρούν;

Ανθρώπους που δεν αντέχουν την πολυπλοκότητα και αναζητούν βεβαιότητες;

Ανθρώπους που προτιμούν την υπακοή από την ευθύνη της σκέψης;

Και τότε η εξουσία δεν χρειάζεται να επιβληθεί γιατί βρίσκει ήδη έτοιμο το έδαφος.

Η Hannah Arendt έγραφε ότι ο ολοκληρωτισμός δεν τρέφεται μόνο από τον φόβο αλλά και από τη μοναξιά, από τη διάρρηξη των σχέσεων που μας επιτρέπουν να σκεφτόμαστε μαζί με τους άλλους. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο ένιωσα ότι η σκέψη αυτή συνομιλεί αθόρυβα με την ψυχανάλυση. Γιατί τόσο η «νεκρή μητέρα» όσο και μια κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο παράγουν το ίδιο υπαρξιακό αποτέλεσμα: έναν άνθρωπο που αμφιβάλλει αν η ύπαρξή του έχει αξία από μόνη της.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο βαθιά αγωνία του βιβλίου. Όχι η επιβίωση αλλά η αναγνώριση.

Γιατί ο άνθρωπος δεν γεννιέται μόνο με την ανάγκη να τραφεί, γεννιέται με την ανάγκη να τον δει κάποιος και να του πει, χωρίς λόγια:

«Υπάρχεις και η ύπαρξή σου έχει αξία πριν ακόμη κάνεις οτιδήποτε.»

Όταν μια οικογένεια χάνει αυτή την ικανότητα, τραυματίζεται το παιδί.

Όταν μια κοινωνία τη χάνει, τραυματίζεται ο πολιτισμός.

Και ίσως εκεί να αρχίζει κάθε δυστοπία. Όχι όταν περιορίζεται η ελευθερία μας, αλλά πολύ νωρίτερα· όταν παύουμε να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον ως πρόσωπα και αρχίζουμε να αξιολογούμε την ανθρώπινη αξία αποκλειστικά μέσα από τη χρησιμότητα, την επίδοση και τη συμμόρφωση.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο ερώτημα που μου άφησε αυτό το βιβλίο.

Δεν γεννιέται κανείς «κανένας».

Γίνεται…

Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια οικογένεια, ποια κοινωνία και ποια εποχή επιτρέπουν να συμβεί αυτό.

 

 

Σουζάνα Παπαφάγου

Κλινική & Αναπτυξιακή Ψυχολόγος

Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια | Αναλύτρια Ομάδας | Θεραπεύτρια Ζεύγους & Οικογένειας

 

 

 

 

Σουζάνα Παπαφάγου is free today. But if you enjoyed this post, you can tell Σουζάνα Παπαφάγου that their writing is valuable by pledging a future subscription. You won’t be charged unless they enable payments.

Εφόσον επιθυμείτε  κάνετε εγγραφή εδώ:

https://spsychotherapy.substack.com/account?original_app=&free_signup_confirmation=true

 

 

 

Σουζάνα Παπαφάγου , Κλινική – Αναπτυξιακή Ψυχολόγος, Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια.

Σπούδασα στην Ιταλία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Ψυχολογίας της Πάρμα, στο πενταετές πρόγραμμα ‘Αναπτυξιακή Κλινική Ερευνητική Ψυχολογία’.Επέστρεψα στην Ελλάδα αφού ολοκλήρωσα μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τίτλο  «οικογενειακή θεραπεία και σεξουαλική διαφορετικότητα » και ξεκίνησα αμέσως πενταετή εκπαίδευση στην Ελληνική Εταιρία Αναλυτικής Ομαδικής και Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας, όπου πια είμαι τακτικό μέλος.

Το 2011 ξεκίνησα να παρακολουθώ  εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Ινστιτούτο Ψυχοδράματος Αθηνών για 4 χρόνια.Έχω παρακολουθήσει και ολοκληρώσει εκπαιδευτικά σεμινάρια στην Ελληνική Ψυχοσωματική Εταιρία και συνεχίζω να καταπιάνομαι με εκπαιδεύσεις και εποπτικές συνεδρίες.Τα τελευταία 10 χρόνια έχω υπάρξει επιστημονικός συνεργάτης στο Αιγινήτειο νοσοκομείο ως ομαδική αναλύτρια στο Τμήμα Διαταραχής Προσωπικότητας.

Το 2008 ξεκίνησα να εργάζομαι ιδιωτικά στο γραφείο μου με οικογένειες, ζευγάρια, ομάδες και ατομικά (ενήλικες, εφήβους και παιδιά,).Το 2018 ονειρεύτηκα να δημιουργήσω έναν χώρο θεραπείας και τέχνης, όπου θα συνεχίσω να δουλεύω ατομικά και ομαδικά μέσω της αναλυτικής ψυχοθεραπείας αλλά θα πραγματοποιούνται παράλληλα, ομάδες ζωγραφικής και Πύλου κυρίως (σε συνεργασία με καλλιτέχνες), ομάδες δημιουργικής γραφής, ομάδες συμβουλευτικής γονέων και δραστηριότητες για όλη την οικογένεια.

Το όνειρό μου ξεκινά να ζωντανεύει σε μια δύσκολη περίοδο, της πανδημίας, μιας και «αναγκάστηκα» να αλλάξω χώρο λόγο τετραγωνικών (έπρεπε να μεταφερθώ, μετά τα 13 χρόνια, σε μεγαλύτερο χώρο).Από το 2013 γράφω στο περιοδικό Τaλκ (περιοδικό για γονείς), αναπτύσσοντας κυρίως ψυχολογικά θέματα, και μιλώ για την ευεργετική ιδιότητα των βιβλίων μέσα από τη στήλη μου «Μια ψυχολόγος διαβάζει βιβλία ».

θα με βρείτε στο https: www.humansoulroots.com

ΣΟΥΖΑΝΑ ΤΖ. ΠΑΠΑΦΑΓΟΥ
ΚΛΙΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΠΑΝ/ΜΙΟΥ ΠΑΡΜΑΣ
ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΡΙΑ
Επιστημονικός συνεργάτης στο τμήμα Διαταραχών προσωπικότητας Α’ ψυχιατρικής κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: https://www.storytellinghumans.com -Σουζάνα Παπαφάγου.

Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.