Ο γυρισμός -Αγγελική Δαρλάση – Εκδόσεις Πατάκη – Ρωτά ο Δημήτρης Μπουζάρας.
Η καινούργια έκδοση των Ονειροφυλάκων με τίτλο «Ο γυρισμός», συμπληρώνει ,συνεχίζει τις προηγούμενες δύο. Οι Ονειροφύλακες είναι μια σειρά βιβλίων, που αγαπήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και απέκτησαν σταθερούς αναγνώστες. Που θεωρείτε πως οφείλεται αυτή η μεγάλη επιτυχία και αποδοχή; Τι βρήκε στους Ονειροφύλακες και τι είναι αυτό που αγάπησε, περισσότερο το αναγνωστικό κοινό;
Νομίζω ότι βρήκε έναν κόσμο φανταστικό με πλάσματα φανταστικά που όμως και οι δυο, κόσμος και πλάσματα, έχουν αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους αλλά και των ανθρώπινων κοινωνιών. Κι έτσι, ενώ ο κόσμος των Ονειροφυλάκων, αν και μοιάζει με ουτοπία τελικά αποδεικνύεται ότι δεν είναι. Είναι ένας κόσμος που διατηρεί πολλά από τα ελαττώματα των δικών μας κοινωνιών. Κι οι Ονειροφύλακες αν και διαθέτουν ένα βασικό πλεονέκτημα έναντι των ανθρώπων, ένα ζηλευτό χαρακτηριστικό, δηλαδή αυτό του να μπορούν να πετάνε, κατά τα άλλα μοιάζουν τόσο πολύ με τους ανθρώπους, έχουν παρόμοια πάθη και προβλήματα αναμεταξύ τους.
Αυτό όμως που σίγουρα παραμένει ως το πιο αξιαγάπητο χαρακτηριστικό είναι νομίζω ότι μιλάμε για έναν κόσμο με ύψιστο μέλημά του τη διαφύλαξη των ανθρώπινων ονείρων. Αυτό είναι ο λόγος της διαμάχης τους αλλά και το σημείο συνάντησης όλων των Ονειροφυλάκων. Τα ανθρώπινα όνειρα με όλα όσα εκπροσωπούν, σημασιοδοτούν και συμβολίζουν για εμάς τους ανθρώπους αλλά, ιδιαίτερα για τα παιδιά, είναι κάτι που δεν μπορεί να αφήσει τους περισσότερους τουλάχιστον ασυγκίνητους.
Ένα μεγάλο λοιπόν, ταξίδι. Σε κάθε ταξίδι, κάτι αφήνουμε πίσω και κάτι άλλο, βρίσκουμε μπροστά. Τι κερδίσατε από το δικό σας ταξίδι, ποιο το πολυτιμότερο που αποκομίσατε στη διάρκεια του; Μετρά περισσότερο τελικά ο προορισμός ή όχι;
Δεν ξέρω να σας πω ποιος είναι ο προορισμός μου στο ταξίδι της συγγραφής. Νομίζω ότι απλώς έχω αποδεχτεί ν’ απολαμβάνω κάθε φορά, λες και είναι η πρώτη φορά, το ταξίδι. Αφήνομαι να με γοητεύσει, να με παρασύρει, να με συνεπάρει, να το διασκεδάζω παρ’ όλο που κάθε φορά το νιώθω πως δεν έχω την ορμή εκείνου του πρώτου «νεανικού» ταξιδιού. Οπότε σίγουρα άφησα πίσω μου, αναπόφευκτα, την ορμή, τη λαχτάρα για βουτιά στο άγνωστο και αποδέχτηκα τη επίγνωση, την εμπειρία. Αυτό που θέλησα να προσπαθήσω να διατηρήσω ,όσο μπορώ περισσότερο, αναλλοίωτο είναι το καθαρό βλέμμα και την επιθυμία να μοιραστώ την αλήθεια μου. Αυτή θέλω ν’ ανακαλύψω κάθε φορά γι’ αυτό και αφήνομαι να απολαύσω όσο το δυνατόν περισσότερο το ταξίδι. Αυτό ίσως να είναι το ό,τι πολυτιμότερο για μένα.
Συχνά η λογοτεχνία έχει ως «αγαπημένο θέμα» το δυστοπικό μέλλον της ανθρωπότητας. Αυτό μάλιστα, κινεί και το ενδιαφέρον του κοινού, τόσο ως θέμα βιβλίου, όσο και ως θέμα κάποιας κινηματογραφικής ταινίας. Εκεί παραπέμπει και το νέο σας βιβλίο. Πως το εμπνευστήκατε και για ποιους λόγους επιλέχθηκε ένα τέτοιου είδους σκηνικό;
Το ένιωσα ως αναπόφευκτο, από τη στιγμή που εμφανίστηκε η απειλή των Ονειροκτόνων… Η χώρα των Ονειροφυλάκων δέχεται επίθεση, άρα και τα πράγματα στις χώρες των ανθρώπων ήταν αυταπόδεικτο ότι δε θα πήγαιναν καλά. Όμως και η κατάσταση γύρω μας, τα όσα άσχημα, επικίνδυνα και ύπουλα συμβαίνουν παντού στον κόσμο μας δεν συνηγορούσαν για κάτι διαφορετικό. Λες κι επιβεβαίωναν τους φόβους ή την άγρια φαντασία μου.
Στο νέο βιβλίο σας, εκτός από την έμπνευση, χρειάστηκε και κάτι παραπάνω, ή μήπως το έδαφος ήταν έτοιμο για τη συνέχεια; Γενικά, με μια στιγμή έμπνευσης ή ένα χαρακτήρα, μπορεί να δημιουργηθεί μια πλοκή;
Η έμπνευση προϋπήρχε, είναι, για μένα, δεδομένη κάθε φορά που καταπιάνομαι με τους Ονειροφύλακες, Θεωρώ ότι είναι μια ιδέα που από μόνη της σε εμπνέει να την εξερευνήσεις κάθε φορά με νέα περιέργεια κι ενδιαφέρον. Όμως, πλοκή χωρίς χαρακτήρες, τουλάχιστον εγώ, δεν μπορώ να συνθέσω. Αυτοί είναι ο κινητήριος μοχλός της πλοκής μου. Τα δικά τους θέλω είναι που πυροδοτούν κάθε φορά την όποια πλοκή.
Παρατηρώ και στο νέο σας βιβλίο, μια εξαιρετικά ,ενδιαφέρουσα πλοκή. Στοιχεία της, τοποθετημένα με πολύ σκέψη, στο σωστό σημείο, ώστε να δημιουργούν μια συνεχή αγωνία στον αναγνώστη και να αναζωπυρώνουν συνεχώς την επιθυμία του, να μάθει τι θα γίνει παρακάτω περπατώντας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο αβίαστα, με ένα συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον. Δουλειά ή έμπνευση είναι το μυστικό της επιτυχίας;
Σίγουρα ο συνδυασμός των δύο και η δουλειά αλλά πάνω απ’ όλα η αβάσταχτη ώρες ώρες περιέργειά μου και η εγγενής μου τάση να θέλω ενδιαφέρουσες απαντήσεις, λύσεις. Αλλά και οι απαιτήσεις μου ως αναγνώστριας. Δε μου αρέσουν οι εύκολες απαντήσεις, οι προσχηματικές λύσεις. Οπότε, κατά τη διάρκεια της συγγραφής, προσπαθώ να με ικανοποιώ καταρχήν εμένα ως αναγνώστρια.
Είναι γεγονός, πως μια μεγάλη πλέον ομάδα του αναγνωστικού κοινού, ενδιαφέρεται περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν, για το φανταστικό διήγημα-μυθιστόρημα και με αφορμή, τις μοναδικές περιγραφές σας για μια χώρα της φαντασίας, οι οποίες μας μεταφέρουν άμεσα σε ένα κόσμο εντελώς διαφορετικό, ενώ παράλληλα τον ξεδιπλώνουν εμπρός μας με τόση ευκολία και αληθοφάνεια, θα ήθελα να ρωτήσω το εξής: Είναι εύκολη η δημιουργία από την αρχή, ενός κόσμου φανταστικού; Αν όχι, που έγκειται η δυσκολία σε αυτό το εγχείρημα;
Αν και δεν φημίζομαι για τους φανταστικούς μου κόσμους, τα περισσότερα βιβλία μου περισσότερο με τον μαγικό ρεαλισμό φλερτάρουν, στην προκειμένη περίπτωση ο συγκεκριμένος φανταστικός μου κόσμος προέκυψε αβίαστα και θα έλεγα μάλλον εύκολα. Η επιθυμία μου να τον εξερευνήσω ήταν και παραμένει ασίγαστη. Η μεγαλύτερη δυσκολία νομίζω έγκειται στην αληθοφάνειά του, στην πειστικότητά του και στο πώς να διατηρήσεις την ισορροπία ανάμεσα στο φανταστικό και την ρεαλιστική του όψη.
Θα μπορούσατε να μας δώσετε λίγες πληροφορίες για την πλοκή του νέου σας βιβλίου;
Η χώρα των Ονειροφυλάκων δέχεται ανελέητες επιθέσεις από τους Ονειροκτόνους ενώ ακόμη κι ο φάρος των ονείρων, όπου μέσα έχουν βρει καταφύγιο τα όνειρα, αρχίζει να κινδυνεύει. Ο Νταν, η Γουέν κι ο Βίκτωρας, Ονειροφύλακες με ειδική αποστολή, καταφεύγουν στις χώρες των Ανθρώπων. Μόνο που κι εκεί τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα κι οι άνθρωποι, χωρίς όνειρα πια, μοιάζει να έχουν χάσει τη διαβόητη ανθρωπιά τους. Η κοινωνία τους είναι μια δυστοπική κοινωνία, με ανθρώπους χωρισμένους σε βαθμίδες με κριτήριο την επαγγελματική τους ιδιότητα, μια χώρα στην οποία το νερό είναι λιγοστό, με μετακινήσεις ελεγχόμενες, όπου οι επιδημίες διαδέχονται η μια την άλλη. Οι Ονειροφύλακες προσπαθούν να ξαναβρούν το χαμένο παιδικό όνειρο, το τελευταίο όνειρο, και να σώσουν τόσο τον κόσμο τους όσο κι αυτό των ανθρώπων. Σ’ αυτή τους την αναζήτηση θα συναντηθούν με μια κοπέλα που ζει ως προφύγισσα στις χώρες των ανθρώπων και για την οποία οι Ονειροφύλακες πιστεύουν ότι είναι η περίφημη Έρση, η Ονειροφύλακας που είχε ονειρευτεί τα δικά της όνειρα – καταδικαστέο στη χώρα των ονειροφυλάκων. Η Έρση όμως δεν έχει καμία ανάμνηση από την προηγούμενη ζωή της και αρνείται οποιαδήποτε σχέση μαζί τους. Κι έτσι μαζί με την αναζήτηση του χαμένου παιδικού ονείρου βλέπουμε παράλληλα και την εσωτερική της αναζήτηση για να μάθει την αλήθεια σε σχέση με την καταγωγή της.
Η εξέλιξη της πλοκής, οι αποφάσεις κάποιου ήρωα, σας προβλημάτισαν, σας φόβισαν; Χορηγείτε το δικαίωμα στους ήρωες, να παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις κατά τη διάρκεια της πλοκής;
Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τελευταία στιγμή αγωνιούσα για το αν η Έρση θα αποδεχτεί την ταυτότητά της και ποιά ήταν πραγματικά αυτή η ταυτότητα. Όπως και για το τι θα αποφάσιζε σε σχέση με τους Ονειροφύλακες, αν θα συνεργαζόταν μαζί τους, αν θα τους ακολουθούσε στην αποστολή τους ή όχι. Οι δυο διαφορετικές εκδοχές μού έμοιαζαν το ίδιο πιθανές και σωστές – υπήρχαν ισχυρά επιχειρήματα και για τις δύο. Η απόφαση μέχρι την τελευταία στιγμή , μέχρι και την τελευταία ανατροπή ήταν δική της. Όμως πάντα, ακολουθώ τις ηρωίδες και τους ήρωές μου στις αποφάσεις τους. Ποτέ δεν έχω κάνει το αντίθετο. Νιώθω ότι αλλιώς τους προδίδω.
Υπήρξε κάποιος χαρακτήρας ή κάποια κατάσταση, απόφαση, που σας δυσκόλεψε στο παρόν βιβλίο;
Νομίζω ότι ήταν η περιγραφή της ανθρώπινης κοινωνίας με βάση την επαγγελματική ιδιότητά τους, τρόμαζα όταν το σκεφτόμουν, περισσότερο όμως επειδή αναγνώριζα σ’ αυτή την ταξινόμηση στοιχεία που συναντάμε και στην καθημερινότητα, στη δική μας κοινωνία. Όπως και οι συνθήκες στις οποίες αναγκάζονται να ζουν οι άνθρωποι των χαμηλότερων βαθμίδων αλλά και του προσφυγικού στρατοπέδου. Ακριβώς επειδή ήταν βασισμένα στην πραγματικότητα.
Προφανώς, η επιτυχία της σειράς, οφείλεται και στο γεγονός, πως έχετε μια μοναδική ικανότητα να επικοινωνείτε με τους εφήβους μέσα από το κείμενο, με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Υπάρχει λοιπόν, κώδικας επικοινωνίας; Τι είναι αυτό που ψάχνουν οι έφηβοι μέσα σε ένα κείμενο, ώστε να του χαρίσουν το χρόνο τους;
Το έχω συζητήσει, ξέρετε αυτό, συχνά και με τα παιδιά μου που πλέον είναι στα τελειώματα της εφηβείας… Η εφηβεία είναι, θεωρώ, μια πολύ άχαρη, δύσκολη, αντιφατική, γοητευτική περίοδος της ζωής μας – περισσότερο μοιάζει, θαρρείς, ως ένα ατελείωτο κατώφλι, μ’ έναν διαρκή μετεωρισμό. Δεν μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα, αφού πλέον εδώ και χρόνια δεν είμαι έφηβη.
Έχω καταλήξει όμως πως αναζητούν την ανεπιτήδευτη αλήθεια σου. Όσο πιο ειλικρινής χωρίς περιττά φτιασίδια και εντυπωσιακά τερτίπια είσαι τόσο περισσότερο μπορούν να σε εμπιστευτούν.Τουλάχιστον εγώ εαυτό προσπαθώ να κάνω στα βιβλία μου: να καταθέσω με τον δικό μου καλλιτεχνικό τρόπο την όσο μπορώ ανόθευτη αλήθεια μου χωρίς να καμώνομαι κάποια που δεν είμαι, κάτι που δεν πιστεύω. Κι επίσης δεν πρέπει να κάνεις το λάθος, που πολύ συχνά κάνουμε οι ενήλικες, (όπως επισημαίνουν διαρκώς τα παιδιά μου) να θεωρείς όλα τα έφηβα παιδιά ίδια, ως μια μάζα ομοιόμορφων ανθρώπων. Μπορεί μεν να διακρίνονται από κάποια κοινά χαρακτηριστικά της ηλικίας αλλά δεν είναι όλα τα παιδιά ίδια, όπως δεν είμαστε όλοι οι ενήλικες ίδιοι.
Οι έφηβοι θεωρείτε πως ενδιαφέρονται πλέον όσο θα έπρεπε, για τα μεγάλα ζητήματα; Έχουν άποψη και θέση; Πολεμούν για να πετύχουν τα όνειρα τους; Η λογοτεχνία βοηθά σε αυτό; Λειτουργεί ως ένα είδος, ώθησης ή κώδωνα κινδύνου;
Πάντα οι έφηβοι ενδιαφέρονται για τα μεγάλα ζητήματα, ακόμη κι όταν φορούν, και το κάνουν πολύ συχνά, το προσωπείο της αδιαφορίας · πρόκειται όμως για μια προσποιητή αδιαφορία – είναι, μάλλον, ο τρόπος άμυνας, κατανόησης και αντίδρασής τους. Κι ίσα που ίσα θεωρώ ότι οι σημερινοί έφηβοι ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο από τις προηγούμενες απολίτικες γενιές. Και φυσικά και παλεύουν για τα όνειρά τους, απλώς τα όπλα τους και η δύναμή τους είναι διαφορετικά, νομίζω ότι τα σημερινά νέα παιδιά έχουν ως όπλο τους μια ήρεμη, σχεδόν υποτονική, δύναμη, που εμάς μας ξενίζει και δεν μπορούμε να την αντιληφθούμε εύκολα – το διαχρονικό « χάσμα γενεών».
Προσωπική μου άποψη, μέσα κι από την εμπειρία μου, είναι ότι η λογοτεχνία αλλά και γενικότερα οι τέχνες μπορούν να λειτουργούν ως καταφύγιο απ’ το οποίο παίρνεις κουράγιο να ξεχυθείς μπροστά. Εμένα στα χρόνια της δύσκολης εφηβείας μου με είχε σώσει η λογοτεχνία.
Έχει δύναμη η λογοτεχνία; Μπορεί να αλλάξει δηλαδή, τον τρόπο που βλέπουμε και ερμηνεύουμε τα πάντα γύρω μας; Είναι αυτό ένα από τα ζητούμενα της;
Η τέχνη γενικότερα έχει δύναμη. Και ναι σίγουρα ένα από τα ζητούμενα της λογοτεχνίας είναι να διευρύνει τον τρόπο και τη γωνία θέασης του κόσμου γύρω μας. Χωρίς φυσικά αυτό να είναι αυτοσκοπός της. Και χωρίς ποτέ να μας σηκώνει το δάχτυλο. Το πόσο δύναμη έχει νομίζω ότι ο καθένας κι η καθεμία το αντιλαμβάνεται και το βιώνει διαφορετικά.
Θεωρείτε πως διαβάζουν σήμερα οι έφηβοι σε ικανοποιητικό βαθμό; Ποια λογοτεχνικά είδη προτιμούν κατά τη γνώμη σας; Μια μερίδα τους ωστόσο, είναι μακριά από το βιβλίο, πιστεύετε πως αυτό μπορεί να αλλάξει και με ποιους τρόπους;
Δυστυχώς δεν έχουμε στατιστικά στοιχεία στη χώρα μας ώστε να μπορούμε να συγκρίνουμε αν οι έφηβοι διαβάζουν περισσότερο σε σχέση με παλιότερα. Η γενική παραδοχή είναι ότι δεν διαβάζουν. Όμως δεν μπορούμε να τους το χρεώσουμε αυτό. Δεν είμαστε γενικά ένας λαός που διαβάζει, δεν υπάρχει αναγνωστική κουλτούρα στη χώρα μας, ποτέ δεν υπήρχε. Η ανάπτυξη και καλλιέργειά της αναγνωστικής κουλτούρας είναι νομίζω μονόδρομος, αλλά αυτό προϋποθέτει πολιτική απόφαση και όραμα για μια εντελώς διαφορετική εκπαίδευση που δεν στοχεύει ή και δεν περιορίζεται στην παπαγαλία και μια επίπλαστη αριστεία μέσω της αποστήθισης στείρων γνώεσων αλλά στοχεύει στη γενικότερη ψυχοσυναισθηματική και διανοητική καλλιέργεια του παιδιού, επενδύει στην ενσυναίσθηση, στη δημουργικότητα, στην πρωτοτυπία, στη συνεργασία.
Ποσό σημαντική θεωρείτε την ανάπτυξη της φαντασίας στο παιδί και για ποιους λόγους; Πως θα μπορέσουμε να βοηθήσουμε τα παιδιά όχι μόνο να την αναπτύξουν αλλά και να τη διατηρήσουν;
Μα είναι αυτονόητο ότι είναι καθοριστική για την ολιστική ανάπτυξη ενός παιδιού. Το παιδί μέσα από τη φαντασία του ανακαλύπτει τον κόσμο, δοκιμάζει τα όρια του, αντιμετωπίζει τους φόβους του. Νομίζω μέσα από την επαφή του με κάποιας μορφής τέχνης, μέσα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αξιολογεί και αξιοποιεί και τη φαντασία και δημιουργικότητα του παιδιού – εκτός από τις ακαδημαϊκές του επιδόσεις. Μόνο που το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας αδιαφορεί χαρακτηριστικά για τέτοιου είδους δεξιότητες.
Υπάρχει κάποιο βιβλίο που σας άλλαξε σε μεγάλο βαθμό και ποιο είναι αυτό;
Δεν μου έρχεται κάποιο στο νου. Έχω όμως την πεποίθηση ότι είναι πολλά τα βιβλία που εν μέρει καθόρισαν κάποτε το ποιά είμαι ακόμη και σήμερα.
Τα βιβλία σας, πραγματεύονται μεγάλα και σημαντικά ζητήματα, μιλούν για τη διαφορετικότητα, το κυνήγι του ονείρου, τη αξία της φαντασίας και τη δύναμη της, την τόλμη για να ζήσουμε τη ζωή, την αλαζονεία, την ισότητα, την αποδοχή, τη ματαιοδοξία και πολλά αλλά και σημαντικά. Τι χρειάζεται τελικά η ζωή, για να τη ζήσεις πραγματικά;
Αγάπη, αλήθεια, περιέργεια, κατανόηση, συμπόνια, θάρρος. Αυτά μου έρχονται, έτσι αυθόρμητα, ως «συστατικά». Αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει δοσολογία ή προκαθορισμένη συνταγή, ίδια για τον καθένα.
Ετοιμάζετε κάτι άλλο για το μέλλον;
Να είμαστε καλά, πολλά και διαφορετικά πράγματα τόσο στην λογοτεχνία όσο και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Θα τα ανακοινώσω όμως εν καιρώ. Προς το παρόν είμαι ακόμη υπό την επήρεια της έκδοσης του «Ονειροφύλακες: ο Γυρισμός».
Πεζογράφος, θεατρική συγγραφέας, σεναριογράφος και διδάσκουσα δημιουργική γραφή.
Έχει επανειλημμένως βραβευθεί και διακριθεί για το συγγραφικό της έργο: Αναγραφή βιβλίου της στους Διεθνείς Τιμητικούς Καταλόγους της ΙΒΒΥ (2015), στη Διεθνή Λίστα White Ravens (2010), Κρατικά Βραβεία Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου (2005, 2023), Κρατικά Βραβεία Συγγραφής Θεατρικού Έργου για Παιδιά (2010, 2018, 2022), Βραβεία Εφηβικού και Eικονογραφημένου Bιβλίου του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ (2010, 2018, 2015) κ.ά.
Ήταν η υποψήφια Ελληνίδα συγγραφέας για το Διεθνές Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν 2024 (Hans Christian Andersen Award – HCAA 2024) μετά από πρόταση του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ. Η διεθνής κριτική επιτροπή του προαναφερθέντος βραβείου ξεχώρισε το μυθιστόρημά της “Το αγόρι στο θεωρείο” ως ένα από τα καλύτερα 20 βιβλία που αξίζει να μεταφραστούν παγκοσμίως σε όλες τις γλώσσες.
Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί στα συλλογικά έργα “Η Φωνή της” (Εκδόσεις Καστανιώτη) και “Για τον μεγάλο Gabo” (Pen Greece-Έναστρον).
Βιβλία και έργα της έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, στα τουρκικά, στα κορεατικά, στα ιταλικά, στα βορειομακεδονικά και στα γερμανικά, ενώ άλλα βρίσκονται υπό έκδοση στην Αίγυπτο.
Βιβλία της έχουν διασκευαστεί και διασκευάζονται για θεατρικές παραστάσεις, παραστάσεις κουκλοθέατρου και κινηματογραφικές ταινίες.
Θεατρικά της έργα για παιδιά και ενήλικες έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Συμμετέχει σε δράσεις που προωθούν τη φιλαναγνωσία και την καλλιτεχνική έκφραση και δημιουργία των παιδιών και των νέων.
Βιβλία της κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη και τις εκδόσεις Μεταίχμιο και θεατρικά της έργα από την Κάπα Εκδοτική.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Οι απόψεις του εκάστοτε άρθρου, αντικατοπτρίζουν την προσωπική άποψη του συντάκτη. Προτείνουμε, ο εν δυνάμει αναγνώστης, αφενός να προβαίνει σε έλεγχο αγοράς, για την εύρεση της πιο συμφέρουσας τιμής, αφετέρου κατά την αγορά, να επισκέπτεται οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο, ώστε να ελέγξει από μόνος του, κατά πόσο το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, καλύπτει τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του.