HomeΓύρω από ένα βιβλίοΣυνεντεύξειςΈλενα Καραγεωργίου – “Το βιβλίο της ντροπής” – Εκδόσεις Άρμός – Ρωτά ο Μπουζάρας Δημήτρης.

Έλενα Καραγεωργίου – “Το βιβλίο της ντροπής” – Εκδόσεις Άρμός – Ρωτά ο Μπουζάρας Δημήτρης.

Έλενα Καραγεωργίου – “Το βιβλίο της ντροπής” – Εκδόσεις Άρμός – Ρωτά ο Μπουζάρας Δημήτρης.

 

 

 

Η Έλενα Καραγεωργίου είναι Κλινική και Κοινωνική Ψυχολόγος. Έχει εκπαιδευτεί στη Γνωστική Συμπεριφορική και τη Γνωστική Αναλυτική Ψυχοθεραπεία, ενώ το 2015 ολοκλήρωσε το πρόγραμμα εκπαίδευσης στην Αφηγηματική Ψυχοθεραπεία του Dulwich Centre of Narrative Therapy and Community Work σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Αφηγηματικής Ψυχοθεραπείας Ελλάδας-Κύπρου. Έχει προσφέρει υπηρεσίες ως έμμισθη συνεργάτης σε πλαίσια όπως το ΙΔΕΚΕ, το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Από το 2010 εργάζεται στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας της Π.Ε. Λέσβου «ΠΝΟΗ» του ΟΚΑΝΑ. Κατέχει περισσότερα από είκοσι χρόνια εμπειρίας άσκησης ατομικής και ομαδικής ψυχοθεραπείας, όπως και εποπτείας οργανισμών. Δημοσιεύσεις της υπάρχουν σε έγκριτα ελληνικά και διεθνή περιοδικά και σε βιβλία που αφορούν το ευρύτερο αντικείμενο της ψυχικής υγείας.

Το βιβλίο πραγματεύεται το συναίσθημα της ντροπής και το ενδιαφέρον του αναγνώστη ενεργοποιείται και μόνο από την ανάγνωση του τίτλου. Πώς προέκυψε η ανάγκη να «μιλήσετε» για το συγκεκριμένο θέμα;

Η ντροπή είναι το λιγότερο μελετημένο, ένα παραμελημένο κυριολεκτικά συναίσθημα. Είναι επίσης ένα συναίσθημα που επιλέγει να κρύβεται, όχι μόνο από τους άλλους, αλλά και από τον ίδιο τον εαυτό, καθώς η παραδοχή του ενέχει τεράστιο ψυχικό πόνο, ενώ διεγείρει τον ακραίο φόβο της κοινωνικής απόρριψης.

Τοποθετώντας την στο επίκεντρο του βιβλίου μου θέλησα να αιχμαλωτίσω την ντροπή και να την ξορκίσω. Θέλησα να αναμετρηθώ με τις σκιές, όχι μόνο των πελατών που συναντούσα στο δωμάτιο της ψυχοθεραπείας, αλλά και του ίδιου μου του εαυτού.

Προφανώς, απαιτήθηκε μεγάλης έκτασης και ενδελεχής έρευνα. Πόσο διήρκησε; Ενδεχομένως βρήκατε κάτι που σας εξέπληξε θετικά ή αρνητικά για το θέμα;

Ο φάκελος στον υπολογιστή μου με τον τίτλο «Ντροπή» άνοιξε τον Γενάρη του 2019. Δεν έχει όμως κλείσει. Συνεχίζω να μαθαίνω χρησιμοποιώντας την ντροπή ως κλειδί κατανόησης του ψυχισμού.

Κοιτώντας σήμερα πίσω στη διαδρομή που χρειάστηκε να κάνω για να φτάσω ως την έκδοση του βιβλίου, μπορώ να πω αναδρομικά ότι η μελέτη της ντροπής αποτέλεσε μια συναρπαστική διανοητική και συναισθηματική περιπέτεια, η οποία έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι όχι μόνο την ανθρώπινη ψυχή αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις. Αποτέλεσε για μένα  μια νέα οπτική γωνιά που ακόμη με γοητεύει, με διδάσκει και με καθοδηγεί.

Πως θα το περιγράφατε ως συναίσθημα; Τι είδους δύναμη έχει; Αν το βιώσουμε έντονα, μακροχρόνια και επανειλημμένως, είναι ικανό να μας ακολουθεί στη ζωή μας; Αν ναι, με τι είδους αποτελέσματα;

Το πρόβλημα στην ντροπή είναι δομικό, πυρηνικό, είναι ο εαυτός, καθώς αυτός είναι που βάλλεται και συνθλίβεται με την παρουσία της.

Η επίθεση στον εαυτό μπορεί να αφορά την εξωτερική εικόνα του εαυτού, όπως το σωματικό βάρος, το ύψος ή και το σκούρο του δέρματος, μπορεί να στρέφεται εναντίον του σεξουαλικού προσανατολισμού, της κατάστασης της υγείας, της φυλής ή της κοινωνικής ομάδας με την οποία το άτομο ταυτίζεται είτε μπορεί να αφορά στοιχεία της λεγόμενης προσωπικότητας ή ικανότητες, όπως η πεποίθηση ότι κάποιος είναι δειλός ή ανόητος, εγωιστής, άχρηστος ή κακός κ.ο.κ.. Σε άλλες δε περιπτώσεις συνδέεται με εμπειρίες και συμπεριφορές που το άτομο θεωρεί απαράδεκτες, λανθασμένες και σημαίνουσες κάτι σε σχέση με την ποιότητα του Εγώ του (όπως μπορεί να είναι για ορισμένους η χρήση ναρκωτικών, ο τζόγος ή η πορνεία), που όχι μόνο το ίδιο το άτομο αλλά και οι σημαντικοί άλλοι θα κρίνουν αρνητικά και που θα συντελέσουν στην απόρριψή του ή σε κάποιου είδους κοινωνικό υποβιβασμό του.

Χρειάζεται να τονίσουμε εδώ ότι η χρόνια ντροπή συνιστά μια εσωτερικευμένη αλλοίωση της θέασης της ταυτότητας ή και της αξίας του ατόμου. Υπό αυτή την έννοια συνιστά τραύμα, δηλαδή μια καταστροφή της πολύ θεμελιώδους πεποίθησης ότι το άτομο είναι βασικά καλό και ότι του αξίζει σεβασμός. Η ντροπή βιώνεται ως έξωθεν αλλά και ως εσωτερική, διπλή επίθεση στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι συνέπειές της στην υγεία, ψυχική και σωματική, είναι εξαιρετικά αρνητικές.

Στρατηγικές αντιμετώπισης της ντροπής είναι η προσπάθεια απόκρυψης, συμπεριφορές εξιλέωσης, η υιοθέτηση αμυντικών μηχανισμών όπως η άρνηση ή η προβολή, η άσκηση βίας αλλά και η ταύτιση με την υποτιμημένη ταυτότητα ή αξία που αποδίδεται στο άτομο.

Η χρόνια ντροπή αποδυναμώνει, μειώνει και εξαντλεί.

Συνήθως τη συγχέουμε με την ενοχή, είναι έτσι;

Για να κατανοήσουμε την ντροπή, πρέπει να κατανοήσουμε την υπαρξιακή απειλή, το ότι η ντροπή είναι η συναισθηματική απάντηση σε μια διαδικασία συνολικού ζυγίσματος της αξίας μας ως άτομα, τόσο από τους σημαντικούς άλλους όσο και από εμάς τους ίδιους, καθώς εσωτερικεύουμε αυτό το ζύγισμα.

Αυτό το στοιχείο είναι και ο βασικός παράγοντας που φαίνεται να διαφοροποιεί την ντροπή από την ενοχή. Στην ενοχή αυτό που αξιολογείται δεν είναι το ίδιο το άτομο, αλλά οι συμπεριφορές του ατόμου, τα λάθη, οι παραλείψεις και οι αβλεψίες του, ενώ η εικόνα του εαυτού παραμένει βασικά ακέραιη ή και αποτελεί τον «οδηγό» για την αποκατάσταση του σφάλματος που το άτομο έχει αντιληφθεί ότι έχει διαπράξει. «Είσαι ένας καλός άνθρωπος και περιμένουμε να παραδεχτείς και να διορθώσεις το λάθος σου» είναι η εντολή της κοινωνίας προς το άτομο του οποίου την ενοχή αξιώνει. «Είμαι και θέλω να παραμείνω καλός», σκέφτεται το άτομο που κινητοποιείται από ενοχή, πριν αναλάβει την ευθύνη για τα λάθη του∙ σε αντίθεση με εκείνον που καθώς απαξιώνεται από τους άλλους, αισθάνεται ντροπή και φορτώνεται στους ώμους μια δυσβάσταχτη «μαύρη προβιά», μια απαξιωτική ταμπέλα. Η κατανόηση της ντροπής μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα την τόσο δημοφιλή στο συστημικό πεδίο σκέψης έννοια του «μαύρου προβάτου».

Οι συνέπειες της ντροπής διαφέρουν σε ένταση και σοβαρότητα, είναι το ίδιο επίπονες, ανάλογα με την ηλικία του ατόμου ή μήπως ένας ενήλικας θα μπορούσε πιθανότατα να τις διαχειριστεί με καλύτερο τρόπο;

Όταν η ντροπή αναπτύσσεται στα πλαίσια του δεσμού με τους γονείς, τους βασικούς μας φροντιστές, σε περιπτώσεις που εκείνοι είναι απορριπτικοί ή κακοποιητικοί προς το παιδί, οι επιπτώσεις μπορούν να είναι μακροχρόνιες και εξαιρετικά αρνητικές. Το μικρό παιδί εσωτερικεύει την εντύπωση ότι η παραμέληση, η κακοποίηση είτε η απόρριψη που βιώνει του αξίζουν, καθώς δεν είναι σε θέση να κρίνει τη συμπεριφορά των γονέων του αντικειμενικά. Η αμφισβήτησή της άλλωστε θα έθετε σε κίνδυνο την ακόμη πιο βασική ανάγκη του να παραμείνει κοντά τους καθώς τους χρειάζεται για να επιβιώσει. Το παιδί θα αποδεχτεί το φταίξιμό του για την κακοποιητική συμπεριφορά των γονέων, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ανήκει κοντά τους και ότι είναι στοιχειωδώς προστατευμένο κάτω από την οικογενειακή στέγη.

Το αποτέλεσμα βέβαια είναι να ενδοβάλλει μια ταυτότητα απαξίωσης. Η ταυτότητα αυτή είναι ικανή να στοιχειώνει δια βίου το παιδί και να καθορίζει υπόγεια το μοτίβο των σχέσεων που θα συνάπτει αργότερα ως ενήλικας στη ζωή του. Η διαταραγμένη σχέση με τους βασικούς φροντιστές κλονίζει την εμπιστοσύνη όχι μόνο στην αξία του εαυτού, αλλά και την πίστη στις ανθρώπινες σχέσεις.

Κάνουμε πολλά λάθη ως γονείς; Η χρήση της ντροπής ως μέσου διαπαιδαγώγησης είναι ένα από αυτά; Τι είδους σύνορο είναι για ένα παιδί η ντροπή;

Οι σύγχρονοι γονείς είμαστε σε γενικές γραμμές ευαισθητοποιημένοι, σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές, στο να αποφεύγουμε τη χρήση της λέξης «Ντροπή» ως μέσο διαπαιδαγώγησης. Μάλλον όμως τείνουμε πλέον να υπερβάλλουμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Θα έλεγα ότι ένα από τα προβλήματα που παρατηρούμε πλέον συχνότερα από ότι στο παρελθόν είναι η υπερβολική επιτρεπτικότητα που προέρχεται από την αγωνία των σύγχρονων, διαβασμένων και τρομερά ευαισθητοποιημένων σε θέματα παιδοψυχολογίας γονέων να μην τραυματίσουν ψυχικά το παιδί τους κατά τη διαπαιδαγώγησή του μέσα από την επιβολή άτεγκτων κανόνων. Η παντελής απουσία κανόνων όμως οδηγεί στην ανατροφή παιδιών που στερούνται κοινωνικών δεξιοτήτων καθώς δεν γνωρίζουν πώς να σέβονται τους άλλους και τις δικές τους ανάγκες.

Η ανατροφή είναι μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη φροντίδα και την οριοθέτηση. Μέσα από την οριοθέτηση αναδύονται ο εαυτός και ο άλλος ως ξέχωρα πρόσωπα. Αυτή δε είναι η θετική όψη της ντροπής, ως ικανότητα αναγνώρισης και σεβασμού των ορίων πέρα από τα οποία παραβιάζεται ο εαυτός, ως το σύνορο της ανθρωπιάς μας.

 

Η συσχέτιση της με το Θείο, θεωρείτε πως ήταν ένα τυχαίο γεγονός, το οποίο όμως στην πορεία έγινε εργαλείο για κάποιους στους οποίους έδωσε «λευκή επιταγή» για κάθε είδους χειραγώγηση και έλεγχο;

Η ντροπή είναι το πρώτο συναίσθημα που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη κατά το προπατορικό αμάρτημα, όχι τυχαία. Οι πρωτόπλαστοι ένιωσαν ντροπή αφού έφαγαν το μήλο της γνώσης του καλού και του κακού και έσπευσαν να ντυθούν. Η ένδυση αποτελεί συμβολικά μια μετάβαση κεφαλαιώδους σημασίας στην ιστορία της ανθρωπότητας, καθώς σηματοδοτεί την έξοδο από την σφαίρα του ενστίκτου και την ανάδυση της ικανότητας για ηθική συνείδηση και για αναστολή της επιθυμίας. Ο άνθρωπος κατανοώντας πλέον τον αντίκτυπο των πράξεών του συνεργάζεται με την ομάδα του, συνδιαλέγεται με την κοινωνία, τροποποιεί τις επιθυμίες του, δημιουργεί πολιτισμό και αφήνει χώρο για συνύπαρξη. Αυτή είναι η θετική όψη της ντροπής, ο αυτοπεριορισμός προκειμένου να συνυπάρξω με τους άλλους.

Η αρνητική έγκειται στη χρήση της ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου, ως επικύρωση της ανισότητας, ως επιβολή του στίγματος και δικαίωση των διακρίσεων, της βίας και του αποκλεισμού. Τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα όπως το metoo και το Black lives matter παλεύουν ακριβώς για την αντιστροφή των αρνητικών επιπτώσεων της εσωτερίκευσης της ντροπής.

Θεωρείτε πως έχει τόση δύναμη ώστε να καθορίζει και να ορίζει τη ζωή μας όπως στο παρελθόν; Αν ναι, πως συντηρείται αυτή η δύναμη, αν όχι, τι είναι αυτό που της αφαίρεσε ισχύ;

Η ντροπή ως κοινωνική σχέση ανισότητας, υποταγής και απαξίωσης συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού αμφισβητείται πλέον ανοιχτά από τους αγώνες των κινημάτων για κοινωνική δικαιοσύνη. Υπό αυτή την έννοια, η εποχή μας έχει κάνει σημαντικά βήματα εξέλιξης.

Ωστόσο είμαστε ακόμη πολύ μακριά από τον τελικό στόχο της ισότητας, της συμπερίληψης και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για όλους. Η ντροπή εξακολουθεί στις μέρες μας να κρύβεται πίσω από τις διακρίσεις, τη βία, τον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση. Κρύβεται ακόμη στη μη αναγνώριση των προνομίων που έχουν συγκεκριμένες κυρίαρχες ομάδες του πληθυσμού σε σχέση με άλλες, που αποκλείονται από πόρους, δυνατότητες και προοπτικές.

Η ντροπή μετέχει επίσης υποδόρια στις συντροφικές σχέσεις, στα οικογενειακά μυστικά, στη σεξουαλική μας έκφραση, στη σχέση με την εικόνα του εαυτού που διατηρούμε, καθώς αυτός καθρεφτίζεται στα κοινωνικά δίκτυα και επιδοκιμάζεται ή αποδοκιμάζεται μαζικά.

Θα έλεγα λοιπόν ότι η ντροπή δεν έχει χάσει τη δύναμή της, παρά τείνει να λειτουργεί όλο και πιο υπόγεια, αόρατα στην εποχή μας.

Υποθετικά, ζούμε σε μια ορθολογική και μεταθρησκευτική κοινωνία. Για ποιους λόγους χρειαζόμαστε τη ντροπή;

Με την αρχική της σημασία, ως «εντρέπομαι» η ντροπή ήταν ταυτόσημη περισσότερο με την έννοια του σεβασμού. Η δυνατότητα αυτή, το να σεβαστώ, συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να σε δω, να σε αναγνωρίσω και να περιορίσω τον χώρο που καταλαμβάνω, προκειμένου να σε συμπεριλάβω. Περιορίζω τις ελευθερίες μου, αναγνωρίζω τις υποχρεώσεις μου απέναντί σου, καθώς αναδύεσαι στη συνείδησή μου ως πρόσωπο έχον την ίδια αξία με εμένα. Και αυτό μπορεί να είναι μια αμοιβαία αντανάκλαση, μια αμοιβαία συμφωνία προσώπων, ο σεβασμός, η προϋπόθεση της ελευθερίας και της δημοκρατίας.

Στη σύγχρονη ατομικιστική εποχή, που ο δικαιωματισμός και η προσωπική δύναμη ανάγονται σε υπέρτατες αξίες, ενώ η αλληλεγγύη, η ταπεινότητα και η τρυφερότητα θεωρούνται συνώνυμα της αδυναμίας η συζήτηση γύρω από την ντροπή φέρνει στο επίκεντρο και καθιστά εξαιρετικής σημασίας για το μέλλον της ανθρωπότητας έννοιες όπως η συλλογική ευθύνη, η ταπεινότητα και ο σεβασμός.

 

 

Οι απόψεις του εκάστοτε άρθρου, αντικατοπτρίζουν την προσωπική άποψη του συντάκτη. Προτείνουμε, ο εν δυνάμει αναγνώστης, αφενός να προβαίνει σε έλεγχο αγοράς, για την εύρεση της πιο συμφέρουσας τιμής, αφετέρου κατά  την αγορά, να επισκέπτεται  οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο, ώστε να ελέγξει από μόνος του, κατά πόσο το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, καλύπτει τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του.

 

Share With:
Rate This Article

jimbouzaras@gmail.com

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.